ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καμπανάκι κινδύνου για την εκτίναξη του παγκόσμιου χρέους

kampanaki-kindynoy-gia-tin-ektinaxi-toy-pagkosmioy-chreoys-2355551

Η τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα θα ξεκινήσει με την παγκόσμια οικονομία να έχει κληρονομήσει ένα δυσθεώρητο παγκόσμιο χρέος, έως ένα βαθμό  παρενέργεια της αντισυμβατικής νομισματικής πολιτικής των μεγαλύτερων κεντρικών τραπεζών του κόσμου, των αγορών ομολόγων και της πτώσης του κόστους δανεισμού σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Οπως προκύπτει από τα τελευταία στοιχεία, το παγκόσμιο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος όχι μόνον παραμένει σε ανησυχητικά υψηλά επίπεδα αλλά κινείται ανοδικά.

Στη διάρκεια της δεκαετίας μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και παρά τις περί του αντιθέτου προσδοκίες και δεσμεύσεις, το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε και μάλιστα κατά 50%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ενός από τους τρεις μεγαλύτερους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης αλλά και του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IFF). Και παρά τις προειδοποιήσεις οικονομολόγων και διεθνών οργανισμών για τους κινδύνους που εγκυμονεί η υπερχρέωση, κατά τη διάρκεια του έτους που φτάνει στο τέλος του, το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε περαιτέρω.

Μεσολάβησε μόνο μια προσωρινή μείωση το 2017, αλλά σύντομα το παγκόσμιο χρέος επέστρεψε σε ανοδική πορεία. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις στελεχών του ΔΝΤ, το άθροισμα του παγκόσμιου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους έφτασε στο τέλος του 2018 στα 188 τρισ. δολάρια. Ηταν εν ολίγοις αυξημένο κατά 3 τρισ. δολάρια σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2017. Σε ό,τι αφορά το ποσοστό του παγκόσμιου χρέους προς το παγκόσμιο ΑΕΠ έφτασε κατά μέσον όρο στο 226%, σημειώνοντας αύξηση 1,5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P μελέτησε την πορεία του παγκόσμιου χρέους κυβερνήσεων, εταιρειών και νοικοκυριών καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Επισήμανε, έτσι, πως στη διάρκεια των 10 ετών, από το 2008 μέχρι και το 2018, το παγκόσμιο χρέος έχει σημειώσει συνολική αύξηση 50%, η οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε αύξηση του χρέους των κυβερνήσεων. Στην ίδια εκτίμηση έχει καταλήξει και το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IFF) που συνδέει το πρόβλημα με τα χαμηλά επιτόκια. Οπως επισημαίνει το IFF, ο εκτεταμένος δανεισμός βοήθησε πολλές οικονομίες να αποφύγουν μια ολέθρια ύφεση, αλλά το αποτέλεσμα είναι να έχουν επωμιστεί ένα δυσβάσταχτο χρέος.

Εχει μάλιστα κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου επαναλαμβάνοντας δήλωση του Μαρκ Κάρνεϊ, απερχόμενου επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας, ότι «η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται από το κατά πόσον θα παραμείνουν τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα, αλλά και από το αν θα παραμείνει ελεύθερο το διεθνές εμπόριο».

Οι ανεπτυγμένες οικονομίες

Στις περισσότερες χώρες το δημόσιο χρέος βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο από την ανάλυση του παγκόσμιου χρέους είναι ότι στο 90% των ανεπτυγμένων οικονομιών τα ποσοστά του δημοσίου χρέους βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Την ίδια στιγμή, άλλωστε, το χρέος των αναδυόμενων οικονομιών και των αναπτυσσόμενων χωρών με χαμηλό εισόδημα παραμένει συνολικά σε ανοδική πορεία. Βρίσκεται σήμερα σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα των οικονομικών κρίσεων των δεκαετιών του 1980 και του 1990. Το χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών έχει φτάσει συνολικά στο ύψος-ρεκόρ των 55 τρισ. δολαρίων.

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, από το 2010 μέχρι πέρυσι το χρέος των χωρών αυτών έχει αυξηθεί κατά 54 ποσοστιαίες μονάδες και ανέρχεται πλέον στο 168% του ΑΕΠ τους. Οπως επισημαίνει η Παγκόσμια Τράπεζα, η αύξηση των τελευταίων οκτώ ετών είναι «η μεγαλύτερη, ταχύτερη και ευρύτερη σε σχεδόν πέντε δεκαετίες». Το ποσό των 55 τρισ. δολαρίων έχουν δανειστεί 100 χώρες, με την Κίνα να έχει λάβει τα περισσότερα. Σε αυτό το ποσό περιλαμβάνονται όλες οι μορφές χρέους – καταναλωτικό, επιχειρηματικό και δημόσιο. Σε κάθε περίπτωση, οι οικονομολόγοι της Παγκόσμιας Τράπεζας αναφέρουν στη μελέτη τους ότι στις αναπτυσσόμενες χώρες, τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας εμφανίζουν όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από δανεισμό.

Η Κίνα

Το χρέος της Κίνας ως προς το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 72 ποσοστιαίες μονάδες από το 2010 μέχρι πέρυσι, οπότε ανήλθε στο 255%, αλλά των αναπτυσσόμενων χωρών είναι σημαντικά υψηλότερο, ακόμη και αν εξαιρέσουμε την Κίνα. Προειδοποιώντας για τους κινδύνους που εγκυμονεί η εκτίναξή του παγκοσμίως, στελέχη της Παγκόσμιας Τράπεζας επισημαίνουν πως ιστορικά αποδεικνύεται ότι «η μεγάλη αύξηση χρέους συχνά οδηγεί σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις σε αναπτυσσόμενες χώρες και οι κρίσεις αυτές έχουν μεγάλο κόστος για τον πληθυσμό τους».

Σε ό,τι αφορά το χρέος των εταιρειών, στις ανεπτυγμένες οικονομίες αυξάνεται σταθερά από το 2010 και μετά, και σήμερα βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο επίπεδο στο οποίο βρισκόταν και το 2008, όταν και πάλι είχε εκτιναχθεί στα ύψη. Σε ορισμένες μεγάλες οικονομίες, όπως η Ισπανία και η Βρετανία, έχουν μειωθεί σημαντικά τα επίπεδα του εταιρικού χρέους. Την ίδια στιγμή, όμως, στις ΗΠΑ το χρέος των εταιρειών αυξάνεται σταθερά από το 2011 και μετά, ενώ εκτινάχθηκε σε επίπεδα-ρεκόρ στα τέλη του 2018.

Δανείζονται σε ευρώ

Από τη Harley Davidson μέχρι την Colgate-Palmolive οι αμερικανικές επιχειρήσεις σπεύδουν να δανειστούν σε ευρώ. Ζητούμενο είναι να επωφεληθούν από το χαμηλό κόστος του δανεισμού που συμπιέζεται περαιτέρω, καθώς η ΕΚΤ έχει εγκαινιάσει δεύτερο πρόγραμμα αγορών ομολόγων. Οπως επισημαίνει η εταιρεία συγκέντρωσης δεδομένων Dealogic, δεν είναι κάτι καινούργιο ο δανεισμός των αμερικανικών επιχειρήσεων σε ευρώ. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει, είναι πως κατά τη διάρκεια του 2019 οι εκδόσεις ομολόγων σε ευρώ από αμερικανικές επιχειρήσεις τετραπλασιάστηκαν σε σχέση με τα επίπεδα του 2018 και έχουν φτάσει στα 93 δισ. ευρώ. Πρόκειται για αμερικανικές επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα και οι οποίες έχουν βαθμολογία επένδυσης και προέρχονται από τις φαρμακοβιομηχανίες μέχρι τις εταιρείες καταναλωτικών ειδών και από τις βιομηχανίες μεταποίησης μέχρι τις εταιρείες τεχνολογίας που εξυπηρετούν τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Τα ομόλογα που έχουν εκδώσει οι εταιρείες αυτές αντιπροσωπεύουν πλέον το 27% του συνόλου εταιρικών ομολόγων αντίστοιχων εταιρειών.