ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προβληματισμός για την οδηγία περί κατάχρησης της αγοράς

Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη θέσπιση νομοθεσίας σχετικής με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και την κεφαλαιαγορά έχουν εξοργίσει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους παράγοντες της αγοράς, τους βιομηχανικούς κύκλους και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πρόκειται για την οδηγία περί ενημερωτικών δελτίων για την εισαγωγή στο Χρηματιστήριο και την οδηγία για την κατάχρηση της αγοράς που αποτελούν μέρος των σχεδίων της Επιτροπής για τη δημιουργία ενιαίας κεφαλαιαγοράς μέχρι το 2003. Οι περισσότεροι παράγοντες της αγοράς επικροτούν τους στόχους της Επιτροπής αλλά διαφωνούν με επιμέρους στοιχεία των προτάσεών της. Προσφάτως εκπρόσωποι των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομικών κέντρων, προεξάρχοντος του City του Λονδίνου, καταφέρθηκαν εναντίον των δύο αυτών οδηγιών προειδοποιώντας ότι θα επιφέρουν αύξηση του κόστους και θα βλάψουν τους επενδυτές χωρίς να ενοποιήσουν τις αγορές. Κύριο επιχείρημά τους είναι ότι οι αρχές των Βρυξελλών δεν έχουν επαφή με τις πρακτικές των αγορών και δεν έχουν συμβουλευθεί επαρκώς τους ενδιαφερόμενους φορείς. O άλλοτε διοικητής της Τράπεζας του Βελγίου, Αλεξάντρ Λαμφαλουσί, πρότεινε το εν λόγω σύστημα για να αποπλοποιηθεί η λαβυρινθώδης νομοθετική διαδικασία της E.E. και να προσαρμοσθεί στις γρήγορες αλλαγές των χρηματαγορών. Παράγοντες της αγοράς επιμένουν ότι «η διαδικασία του Λαμφαλουσί εκχωρεί στην Επιτροπή σημαντικές εξουσίες και είναι ανάγκη να μπορεί να την εμπιστεύεται η αγορά».

Η Επιτροπή χαρακτηρίζει κοντόφθαλμους τους επικριτές της που, όπως εκτιμά, «αποβλέπουν στη διατήρηση μιας κατακερματισμένης αγοράς σε 15 εθνικές αγορές». H ένταση ανάμεσα στις δύο πλευρές ανάγεται στη διαμάχη περί του δικαιώματος των Βρυξελλών να εναρμονίζουν τις εθνικές νομοθεσίες, συχνά προκαλώντας δυσφορία στα κράτη-μέλη. H περίσταση καταδεικνύει τη δυσκολία του εγχειρήματος. H οδηγία περί των ενημερωτικών δελτίων στοχεύει στη μείωση του κόστους και της γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις που θέλουν να προχωρήσουν σε αύξηση κεφαλαίου, επιτρέποντας τη χρήση ενός ενιαίου εγγράφου σε όλα τα κράτη-μέλη της Κοινότητας. Οι επικριτές της, όμως, ισχυρίζονται ότι είναι άστοχη σε τρία σημεία: Σε ό,τι αφορά την επιλογή ρυθμιστικής αρχής, οι εταιρείες πρέπει να επιτύχουν την έγκριση του ενημερωτικού τους δελτίου στη χώρα στην οποία έχουν καταχωρισθεί ακόμη και αν σκοπεύουν να κάνουν αύξηση κεφαλαίου σε άλλη. Σύμφωνα με την Ενωση Ευρωπαίων Εργοδοτών (Unice), «οι εταιρείες θα έπρεπε να αποσπούν έγκριση μόνον από την αρχή της αγοράς στην οποία πρόκειται να γίνεται η δημόσια εγγραφή». Κάποιοι άλλοι επισημαίνουν ότι η οδηγία δεν θα επιτύχει την ενσωμάτωση των κεφαλαιαγορών. «Θα οδηγήσει σε επανεθνικοποίηση των κεφαλαιαγορών», επιμένει γνωστό στέλεχος ευρωπαϊκής τράπεζας που υπογραμμίζει ότι «οι εταιρείες θα επιλέγουν πού θα εγγράφονται βάσει του υφιστάμενου ρυθμιστικού καθεστώτος». H Επιτροπή παραδέχεται ότι ο όρος περί των ρυθμιστικών αρχών της χώρας προέλευσης εν μέρει υπαγορεύθηκε από πολιτικές σκοπιμότητες ώστε να μην προκαλέσει αναστάτωση σε κράτη-μέλη με μικρότερες κεφαλαιαγορές.

Η δεύτερη αδυναμία που επισημαίνουν οι επικριτές είναι η απουσία διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στα ομόλογα και τις μετοχές. Στελέχη της βιομηχανίας επισημαίνουν ότι «τα ενημερωτικά δελτία πρέπει να εμπεριέχουν πολλές πληροφορίες που είναι απολύτως περιττές για τα ομόλογα, και να αποκλείουν άλλες ιδιαίτερα σημαντικές». Ορισμένοι προβλέπουν ότι οι πρόσθετες δυσκολίες ενδέχεται να εξωθήσουν τη σημαντική ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων να μετακινήσει μέρος των επιχειρήσεών της εκτός E.E. H Επιτροπή τονίζει, πάντως, ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα έχουν την εξουσία να καθορίζουν τις υποχρεώσεις ενημέρωσης για ομόλογα και μετοχές. Το τρίτο ζήτημα είναι η αύξηση του κόστους για τις μικρότερες εταιρείες. H οδηγία υποχρεώνει όλες τις εταιρείες να υποβάλουν ετησίως έγγραφο γνωστό ως αυτο-εγγραφή που θα ακυρώνεται όταν θα γίνεται αύξηση κεφαλαίου. Την περασμένη εβδομάδα, περισσότερες από 50 μικρές βρετανικές εταιρείες επισήμαναν ότι το κόστος της οδηγίας θα φθάσει στα 2,1 δισ. ευρώ. O Επίτροπος Ενιαίας Αγοράς, Φριτς Μπόλκσταϊν, δηλώνει πρόθυμος να χαλαρώσει τους κανονισμούς για τις μικρότερες εταιρείες, αλλά στελέχη της Επιτροπής μάλλον προβληματίζονται κατ’ ιδίαν. Κι ενώ η πρώτη οδηγία έχει δεχθεί τις περισσότερες επικρίσεις, μεγάλη ανησυχία επικρατεί στην αγορά σχετικά με την οδηγία περί κατάχρησης της αγοράς.

Η μόνη ελπίδα τής εν λόγω επιχείρησης είναι η αιφνίδια ανάκαμψη της αγοράς ημιαγωγών. Αυτή είναι όμως, μία αδύνατη προοπτική η οποία καθίσταται πιο μακρινή λόγω της εμμένουσας πλεονάζουσας ικανότητος στη βιομηχανία, για την οποία είναι υπεύθυνη και η ίδια η Hynix.