ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κλυδωνίζεται εκ νέου η διεθνής οικονομία

doc20200103--10

Συμμετρικός ο αριθμός 2020, ένα χαρακτηριστικό που έχει χρονολογία για πρώτη φορά μετά το 1919, δηλαδή μετά έναν αιώνα και ένα έτος. Οποιους συνειρμούς και αν προκαλεί, είναι βέβαιο ότι το 2020 δεν προδιαγράφεται γαλήνιο, αν κρίνει κάποιος από τις εξελίξεις που συνόδευσαν την αυγή του. Σχεδόν σε όλες τις αναλύσεις για τους παράγοντες που θα επηρεάσουν φέτος τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία συμπεριλαμβανόταν η προοπτική μιας εμπόλεμης σύρραξης ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο Ιράν.

Και μόλις την τρίτη ημέρα του έτους, η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί έβαλε φωτιά στις τιμές του πετρελαίου, οδήγησε τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια στο κόκκινο και ενέπνευσε παγκόσμια ανησυχία για το ενδεχόμενο ευρύτερης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή με εμπλοκή της υπερδύναμης, με όσα αυτό συνεπάγεται. 

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν κάνει άλμα 5%, καθώς επικρατεί για μία ακόμη φορά η ανησυχία πως μπορεί η Τεχεράνη να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται πάνω από το 20% του πετρελαίου. Οι εκτιμήσεις περιστρέφονται όλες γύρω από το πόσο χρονικό διάστημα θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα  ώστε να εγκυμονούν κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.

Το 2020 είναι η χρονιά του ποντικού στο κινεζικό ωροσκόπιο, που μάλλον πρέπει πλέον να παρακολουθούν όσοι ενδιαφέρονται για τα άστρα καθώς η Κίνα είναι σχεδόν πανταχού παρούσα σε ό,τι έχει σημασία για την οικονομία. Στα μέσα Ιανουαρίου θα έρθει η ώρα της κρίσεως για την επικείμενη προκαταρκτική συμφωνία ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο – ένα είδος ανακωχής που οι πάντες ευελπιστούν πως θα είναι η αρχή του τέλους για τον σινοαμερικανικό εμπορικό πόλεμο.

Δεν αποκλείεται, πάντως, οι εξαγγελίες Τραμπ περί υπογραφής της συμφωνίας στις 15 Ιανουαρίου να αποδειχθούν για μία ακόμη φορά κενές περιεχομένου. Στην περίπτωση αυτή θα ακολουθήσει κλιμάκωση της διελκυστίνδας ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, που σε συνδυασμό με την παρούσα συγκυρία μπορεί να προκαλέσει τεκτονικούς κραδασμούς στην παγκόσμια οικονομία.

Μετά τη χαμηλότερη ανάπτυξη των τελευταίων τριών δεκαετιών που σημείωσε το 2019 η κινεζική οικονομία, ένα πενιχρό για τα κινεζικά δεδομένα 6%, αναμένεται περαιτέρω επιβράδυνσή της μέσα στο 2020. Και βέβαια, τη δεύτερη ημέρα του έτους το Πεκίνο έσπευσε να χορηγήσει νέα ένεση στην οικονομία μειώνοντας το ύψος των αποθεματικών που οφείλουν να διατηρούν οι κινεζικές τράπεζες. Απελευθέρωσε, έτσι, κεφάλαια ύψους 800 δισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο περίπου των 90 δισ. ευρώ.

Η κίνηση αποτελεί εμφανώς έμμεση ομολογία πως είναι χαλεποί οι καιροί για τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο. Το αποδεικνύουν, άλλωστε, οι αλλεπάλληλες πτωχεύσεις κινεζικών επιχειρήσεων, που εκτιμάται πως μάλλον θα συνεχιστούν και το 2020. Το Πεκίνο, πάντως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ανακοινώσει πως πέτυχε τον στόχο της «μέτριας ευημερίας» που είχε θέσει για το 2020.

Σε ό,τι αφορά την αμερικανική οικονομία, οικονομολόγοι και αναλυτές συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι μάλλον θα διαφύγει την ύφεση, καθώς θα τη στηρίξουν οι Αμερικανοί καταναλωτές με τις δαπάνες τους. Σε ό,τι αφορά την προοπτική εμπλοκής της υπερδύναμης σε έναν πόλεμο, είναι πάντα ένας αστάθμητος παράγοντας, αν και συνήθως συνεπάγεται κέρδη για τις αμυντικές βιομηχανίες και για σειρά κλάδων που τις προμηθεύουν. 

Η Huawei άντεξε στον πόλεμο που της κήρυξε η Ουάσιγκτον

Ανεξαρτήτως του αν θα υπογραφεί προκαταρκτική συμφωνία ΗΠΑ – Κίνας και ποιο θα είναι το εύρος μιας τέτοιας συμφωνίας, οι υπόλοιπες χώρες μάλλον θα αναγκαστούν να επιλέξουν αν θα ενταχθούν στην κινεζική σφαίρα επιρροής ή στην αμερικανική, τόσο σε θέματα εμπορίου όσο και σε θέματα τεχνολογίας.

Πολλές χώρες έχουν ήδη αναγκαστεί να πάρουν θέση στο καυτό ζήτημα των δικτύων πέμπτης γενιάς. Εχουν ήδη επιλέξει να ανοίξουν την αγορά τους στη Huawei και να κωφεύσουν στις προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον και προσωπικώς του προέδρου Τραμπ ότι ο κινεζικός κολοσσός κατασκοπεύει τη Δύση μέσα από ένοχα λογισμικά.

Παρατηρητές και αναλυτές της αγοράς εκτιμούν πως μέχρι το τέλος του 2020 η Huawei θα έχει κυριαρχήσει σχεδόν σε όλες τις αγορές, καθώς θα έχει κλείσει τα περισσότερα εκτός Κίνας συμβόλαια παροχής δικτύου πέμπτης γενιάς. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, άλλωστε, διέρρευσε η είδηση ότι η Huawei κατήγαγε μείζονα νίκη έναντι της Ουάσιγκτον, καθώς η Ινδία, δεύτερη στον κόσμο αγορά τηλεπικοινωνιών, της άνοιξε την «πόρτα» για την ανάπτυξη των δικτύων πέμπτης γενιάς. Ετσι, από κοινού με τις Xiaomi, Vivo, Oppo κ.λπ. η Huawei θα κατισχύσει πλήρως των Apple και Samsung.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, τεχνολογικοί κολοσσοί όπως οι Google, Apple και Facebook θα εξακολουθήσουν να βασιλεύουν χωρίς να πιάνονται στο δίχτυ είτε της κ. Βεστάγκερ, επιτρόπου Ανταγωνισμού της Ε.Ε. είτε των αμερικανικών φορολογικών αρχών.

Τη δεύτερη ημέρα του 2020 η Google ανακοίνωσε πως θα επαναπατρίσει στις ΗΠΑ περιουσιακά στοιχεία και πνευματικά δικαιώματα και δεν θα εκμεταλλεύεται εφεξής το νομικό «παραθυράκι» της Ιρλανδίας για να ελαφρύνει, σε σκανδαλώδη βαθμό, τη φορολογική επιβάρυνσή της. Καθηγητές αμερικανικών πανεπιστημίων μίλησαν, όμως, στους Financial Times και εξέφρασαν υποψίες ότι τόσο οι άλλες πολυεθνικές που έχουν ανακοινώσει ότι εγκαταλείπουν τους μηχανισμούς φοροαποφυγής όσο και η ίδια η Google έχουν προ πολλού μετέλθει άλλων μεθόδων, με τις οποίες κατορθώνουν και πάλι να συνεχίζουν την ίδια τακτική.

Και, βεβαίως, το 2020 είναι το έτος του Brexit. Στο τέλος του πρώτου έτους της νέας δεκαετίας η Βρετανία θα αποσχισθεί από την Ε.Ε. και ο Μπόρις Τζόνσον θα κάνει πράξη την απόφαση που έλαβαν οι Βρετανοί στις 23 Ιουνίου 2016. Οι εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι θα καταλήξει σε κάποιου είδους συμφωνία με την Ε.Ε. για να ρυθμίσει ως ένα βαθμό τις εμπορικές σχέσεις της Βρετανίας με τους πρώην εταίρους της. Δεδομένου, όμως, ότι τα χρονικά περιθώρια είναι ασφυκτικά στενά, αναμένεται πως θα συμφωνηθούν μόνον τα απολύτως απαραίτητα.

Μοντέλο πράσινης ανάπτυξης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής 

Η ένταση στη Μέση Ανατολή, η προσέγγιση Ουάσιγκτον – Πεκίνου, το Brexit και η κυριαρχία της Huawei βρίσκονται αναμφίβολα σε πρώτο πλάνο ως οι παράγοντες που θα καθορίσουν τις εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία. Στο βάθος της εικόνας, όμως, διαγράφονται κάποιες άλλες εξελίξεις που ίσως χαρακτηρίσουν όχι μόνο το νέο έτος αλλά και όλη τη νέα δεκαετία. Ανάμεσά τους διακρίνεται σαφώς η διείσδυση της κλιματικής αλλαγής, που παρεισφρέει πλέον σε όλα τα κλιμάκια της παγκόσμιας οικονομίας. Η ανάγκη για την αντιμετώπισή της αποτελεί όλο και συχνότερα παράμετρο που λαμβάνεται υπόψη στο κέντρο λήψης των αποφάσεων επιχειρήσεων, επενδυτικών κολοσσών, ακόμη και κεντρικών τραπεζών.

Για πρώτη φορά στην ιστορία των κεντρικών τραπεζών, αλλά και στα τεστ αντοχής που αυτές επιβάλλουν στις τράπεζες των χωρών τους, η Τράπεζα της Αγγλίας ανακοίνωσε προ ημερών ότι θα υποβάλει τις μεγαλύτερες βρετανικές τράπεζες και τις ασφαλιστικές σε τεστ αντοχής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Θα αναγκάσει, έτσι, τράπεζες και ασφαλιστικές να αποκαλύψουν τον βαθμό έκθεσής τους σε περιοχές απειλούμενες από ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά και σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια με ομόλογα εταιρειών που θεωρούνται επιζήμιες για το περιβάλλον.

Στην πρώτη της ομιλία ως πρόεδρος της ΕΚΤ, η Κριστίν Λαγκάρντ εξέφρασε την πρόθεση να εκμεταλλευθεί το νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για να δώσει ώθηση στις πολιτικές κατά της κλιματικής αλλαγής. Δήλωσε συγκεκριμένα ότι προτίθεται να δώσει προτεραιότητα στις αγορές πράσινων ομολόγων στο πλαίσιο του νέου προγράμματος αγοράς ομολόγων. Μέσα στο 2020, άλλωστε, τα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια, που διαχειρίζονται 330 δισ. δολάρια, θα δώσουν στη δημοσιότητα τις περιβαλλοντικά και κοινωνικά επωφελείς επενδύσεις τους για να αποδείξουν ότι μεριμνούν για το περιβάλλον και την κοινωνία. Και είναι ίσως το σημαντικότερο όλων ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δώσει στη δημοσιότητα το σχέδιο με το οποίο σκοπεύει να προσαρμόσει την οικονομία της Ε.Ε. στις ανάγκες του πλανήτη. Αυτό προβλέπει αυστηρότερα όρια στις εκπομπές καυσαερίων, αλλαγές στη φορολογία και θέσπιση νέων κανόνων για τις επιχειρήσεις.

Με στόχο ένα μηδενικό ισοζύγιο άνθρακα το 2050, μια «κλιματικά ουδέτερη ήπειρο» όπως αναφέρει σε δική της φρασεολογία, η Ευρώπη ίσως μεταβάλει και τους φόρους που επιβάλλει στο εμπόριο με χώρες που δεν πληρούν τα νέα πράσινα κριτήριά της. Αν λειτουργήσει η λεγόμενη Πράσινη Συμφωνία, οι οπαδοί της υποστηρίζουν πως οι επενδύσεις που προβλέπει θα επιφέρουν ένα μετασχηματισμό που δεν έχουμε δει τα τελευταία 50 χρόνια. Στο μεταξύ, οίκοι ειδών πολυτελείας αλλάζουν τα υλικά που χρησιμοποιούν και επιλέγουν ανακυκλώσιμα, ενώ η στροφή στην ηλεκτροκίνηση μεταβάλλει άρδην την πολιτική, ακόμη και την οικονομική κατάσταση των αυτοκινητοβιομηχανιών.

Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη μια προβληματική μεταξύ επιχειρήσεων, υψηλόβαθμων στελεχών, αλλά και επιχειρηματιών και μεγαλοεπενδυτών, για την ανάγκη αναμόρφωσης του καπιταλιστικού συστήματος με μέριμνα όχι μόνο για το περιβάλλον αλλά και για το προσωπικό τους και την κοινωνία. Το κατά πόσον όλα αυτά θα μείνουν ευσεβείς πόθοι και υποσχέσεις, που δεν δεσμεύουν παρά μόνον όσους αφελείς τις πιστεύουν, αναμένεται να φανεί μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα. 

Οι κίνδυνοι

Σχολιάζοντας τους κραδασμούς που προκάλεσε η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί, ο Γουέλιαν Βιράντο, οικονομολόγος της Oversea-Chinese Banking τόνισε πως «μόλις άρχισε να υποχωρεί στην αγορά η ανησυχία για τον εμπορικό πόλεμο, προέκυψαν από το πουθενά άλλες εξελίξεις που εγκυμονούν κινδύνους».

Οχι σε αποκλεισμό

Mιλώντας για τη στάση της Γερμανίας στο θέμα της Huawei και σχετικά με τις προειδοποιήσεις του προέδρου Τραμπ, η καγκελάριος της Γερμανίας, Αγκελα Μέρκελ, δήλωσε «επί της αρχής αντίθετη προς τον αποκλεισμό οποιασδήποτε εταιρείας», αλλά σύμφωνη με τη «λήψη μέτρων που θα μας περιφρουρήσουν την εθνική μας ασφάλεια».

Η ευκαιρία 

Παρουσιάζοντας τα σχέδιά της η Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε πως «η επικείμενη αναθεώρηση της νομισματικής πολιτικής και του λειτουργικού πλαισίου θα μας προσφέρει την ευκαιρία να εξετάσουμε πώς μπορούμε να συμπεριλάβουμε στη νομισματική μας πολιτική τη μέριμνα για τη βιώσιμη ανάπτυξη».