ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα χειρότερα πέρασαν για την παγκόσμια οικονομία

08gkat_23_2809_pag

Oι κραδασμοί, οι οποίοι πέρυσι εμπόδισαν το διεθνές εμπόριο να ανακάμψει, ενδέχεται φέτος στο πεδίο της ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας να την επηρεάσουν λιγότερο. Κι αυτό, διότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα αναμένεται να υπογράψουν μια μεγαλόπνοη συμφωνία στο άμεσο μέλλον, ενώ η αβεβαιότητα σχετικά με τη διαδικασία εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση έχει υποχωρήσει. Επιπροσθέτως, από την πλευρά της η Κίνα εξακολουθεί να ενισχύει τα μέτρα αναθέρμανσης της οικονομίας. Το δε παγκόσμιο εμπόριο και η μεταποίηση, έχοντας ένα χαμηλότερο σημείο εκκίνησης, μπορούν να επανέλθουν σε ήπιους ρυθμούς ανάπτυξης μέσα στην τρέχουσα χρονιά, αφού από τις αρχές της άφησαν τα χειρότερα πίσω τους.

Στον δυτικό κόσμο η συνεχιζόμενη αύξηση στα πραγματικά εισοδήματα και η ενδυνάμωση της απασχόλησης σε συνδυασμό με τα χαμηλά επιτόκια λειτουργούν υποστηρικτικά για την ιδιωτική κατανάλωση και την ανέγερση νέων κατοικιών. Εξίσου ευνοϊκό ρόλο διαδραματίζουν και οι δημόσιες δαπάνες. Εκτιμούμε ότι η διαφορά ανάμεσα στο ασθενικό διασυνοριακό εμπόριο και την εν πολλοίς ανθεκτική εγχώρια ζήτηση θα σμικρυνθεί στη διάρκεια του 2020. Επιπλέον, το διεθνές εμπόριο μπορεί κατά κάποιον τρόπο να ανακάμψει, ενώ τα στέρεα οικονομικά μεγέθη και η δημοσιονομική στήριξη θα διατηρήσουν ως έχει την εγχώρια ζήτηση. Πάντως, ακόμα κι αν η ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας επανέλθει δυναμικά, κάποιες βλάβες που προκλήθηκαν εξαιτίας της στενόμυαλης πολιτικής του τύπου «πάνω από όλα η χώρα μου» κατά τα τελευταία χρόνια, θα είναι πλέον μόνιμες. Συγκεκριμένα, σε κλίμα εντονότερης αβεβαιότητας, αφενός το διεθνές εμπόριο αγαθών αφετέρου οι οικονομικές συναλλαγές μεταξύ της Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν πρόκειται ποτέ να ανθήσουν στον βαθμό που το είχαν κάνει στο παρελθόν.

Αναφορικά τώρα με τη νομισματική πολιτική, εκτιμούμε ότι επίκειται η λήξη της περιόδου των ολοένα και χαμηλότερων αποδόσεων των ομολόγων. Εάν δεν υπάρξουν νέοι κραδασμοί στη διεθνή πολιτική σκηνή, οι οποίοι θα κλονίσουν την εμπιστοσύνη και τις επενδύσεις, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών ( Fed) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν θα χαλαρώσουν περαιτέρω την πολιτική τους εντός του 2020. Η δε Τράπεζα της Αγγλίας ίσως να κάνει ακόμα και αύξηση επιτοκίων. Οσο για κινδύνους, αυτοί υπάρχουν, αλλά δεν είναι σοβαρότεροι από ό,τι συνήθως. Μία άνοδος του δομικού πληθωρισμού θα μπορούσε να αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να βάλουν τέλος στην οικονομική ανάκαμψη και στην αναζωογόνηση των αγορών κατά την περίοδο μετά την κρίση. Τέλος, οι προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2020 στις ΗΠΑ θα δεσπόσουν στους τίτλους των πολιτικών εφημερίδων, η αναταραχή στο Ιράν θα προκαλέσει σύντομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, ενώ άλλοι κίνδυνοι συνδέονται με το Χονγκ Κονγκ, την Τουρκία και τη Λιβύη.

*Οικονομολόγοι της τράπεζας Berenberg Βank.