ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το Brexit αναβιώνει τον «πόλεμο του μπακαλιάρου» στη Βόρεια Θάλασσα

Το Brexit αναβιώνει τον «πόλεμο του μπακαλιάρου» στη Βόρεια Θάλασσα

Πολλές οι εκκρεμότητες για την «επόμενη μέρα» μετά το Brexit, αλλά λίγες από αυτές προκαλούν τόσο έντονες αντιπαραθέσεις και αυθόρμητες αντιδράσεις όσο η πολιτική αλιείας. Το καλοκαίρι του 2018, οι ψαρόβαρκες στις δύο πλευρές της Μάγχης έφτασαν στα όρια της σύρραξης για τα χτένια της Βόρειας Θάλασσας. Γάλλοι ψαράδες κατηγορούσαν τους Αγγλους ψαράδες ότι δεν σέβονται την απαγόρευση αλιείας, την οποία η γαλλική νομοθεσία ορίζει από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο. Oι Αγγλοι επέμεναν ότι ψαρεύουν σε διεθνή ύδατα, όπου δεν ισχύει η γαλλική απαγόρευση. Κάποια στιγμή, Αγγλοι και Γάλλοι ήρθαν πολύ κοντά, άρχισαν να φεύγουν πέτρες, κονσέρβες, βαρέλια και κροτίδες. Η γαλλική κυβέρνηση προειδοποίησε ότι την επόμενη φορά θα στείλει το πολεμικό ναυτικό.

Ο φόβος για θερμό επεισόδιο στη Βόρεια Θάλασσα έχει ανεβάσει τα θέματα αλιείας ψηλά στην ατζέντα των διαπραγματεύσεων για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. στις 31 Ιανουαρίου. Μέχρι τα τέλη του 2020 ισχύoυν μεταβατικές διατάξεις, ενώ οι δύο πλευρές καλούνται να διαπραγματευθούν μία συμφωνία για τις μελλοντικές τους σχέσεις. Η Ε.Ε. επιδιώκει να κλείσει το κεφάλαιο της αλιείας μέχρι την 1η Ιουλίου, αλλά οι θέσεις των δύο πλευρών απέχουν πολύ. Στόχος των Βρυξελλών είναι να παραμείνει, ει δυνατόν, το σημερινό ρυθμιστικό πλαίσιο. Από την πλευρά τους οι Βρετανοί δηλώνουν ότι θα «αποκαταστήσουν τον έλεγχο στη ζώνη αλιείας που τους ανήκει», εννοώντας ότι θα επιμείνουν σε μία Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) 200 ναυτικών μιλίων, που περιλαμβάνει τις περιοχές με τις μεγαλύτερες ποσότητες ψαριών στη Βόρεια Θάλασσα.  Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική (KAΠ) ορίζει τα επιτρεπόμενα αλιεύματα με στόχο να διασφαλίσει ένα εύλογο επίπεδο διαβίωσης για τους ψαράδες, αλλά και να προστατεύσει την αναπαραγωγική ικανότητα των ιχθυοπληθυσμών. Οι ποσότητες που επιτρέπεται να αλιεύει κάθε κράτος-μέλος επανακαθορίζονται κάθε χρόνο.  Περιοριστικές διατάξεις ισχύουν και για τον αλιευτικό εξοπλισμό, για παράδειγμα για το πάχος του νήματος στα δίχτυα.

Οι Βρετανοί δηλώνουν ότι θέλουν να αποδεσμευθούν από αυτούς τους περιορισμούς. Αν συμβεί αυτό θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο για τους Γάλλους αλλά και για τους αλιείς από την Ιρλανδία, τη Δανία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, την Ισπανία και τη Γερμανία. Σήμερα το 60% των ιχθυοπληθυσμών στα βρετανικά χωρικά ύδατα αλιεύεται από άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε. «Αν δεν έχουμε συμφωνία μέχρι τα τέλη του 2020, δεν θα μπορούμε να πηγαίνουμε σε βρετανικά χωρικά ύδατα», επισημαίνει ο Ούβε Ρίχτερ, επικεφαλής του Γερμανικού Συνδέσμου Αλιέων Ανοιχτής Θάλασσας. Σχεδόν ολόκληρη η ποσότητα ρέγκας (περίπου 40.000 τόνοι) που επεξεργάζονται οι Γερμανοί σε ειδικές μονάδες, στη Βόρεια Θάλασσα, προέρχεται από βρετανικά ύδατα.

Ενώ η αλιεία δεν υπερβαίνει το 0,12% του βρετανικού ΑΕΠ, είχε μία ιδιαίτερη και εξόχως συμβολική σημασία στην πολιτική αντιπαράθεση για το Brexit. Βρετανικά ΜΜΕ προειδοποιούν ότι επίκειται νέος «πόλεμος του μπακαλιάρου» στη Βόρεια Θάλασσα. Ο όρος είναι ιστορικά φορτισμένος, καθώς οι πρώτοι «πόλεμοι του μπακαλιάρου» χρονολογούνται από τη δεκαετία του ’50, όταν η Ισλανδία επέκτεινε μονομερώς τα χωρικά της ύδατα, εκτοπίζοντας τις βρετανικές μηχανότρατες και εισπράττοντας απειλές για ένοπλη σύρραξη. Από την άλλη πλευρά είναι προς το συμφέρον της Βρετανίας να επιδιώξει μία συμβιβαστική λύση με την Ε.Ε. για έναν απλό λόγο: το 70% των βρετανικών εξαγωγών αλιευμάτων εξάγεται στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.  Οι Γερμανοί αλιείς απαιτούν να ενταχθεί η ρύθμιση για την αλιεία στη μελλοντική συμφωνία για τις εμπορικές σχέσεις και να ξεκαθαριστεί ότι η Βρετανία δεν θα έχει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, παρά μόνο αν οι μηχανότρατες από την Ευρώπη εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση σε βρετανικά χωρικά ύδατα.