ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χαμηλό βαθμό έλαβε το 43% των τραπεζών σε έλεγχο της ΕΚΤ

Χαμηλό βαθμό έλαβε το 43% των τραπεζών σε έλεγχο της ΕΚΤ

Ευάλωτος παραμένει ο τραπεζικός τομέας της Ευρωζώνης καθώς τα τελευταία χρόνια έχει πληγεί από το κόστος των αρνητικών επιτοκίων και τα πρόστιμα για παλαιότερες ατασθαλίες, ενώ αγωνίζεται παράλληλα για να αντεπεξέλθει στις αυστηρές απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας που του επιβλήθηκαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Η εικόνα προκύπτει από τα πορίσματα της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης (Supervisory Review and Evaluation Process – SREP) που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η ΕΚΤ έχοντας αξιολογήσει τα επιχειρηματικά μοντέλα των τραπεζών, την επάρκεια του εσωτερικού ελέγχου και της διαχείρισης των κινδύνων, τους κινδύνους για τα κεφάλαιά τους αλλά και τους κινδύνους για τη ρευστότητα και τη χρηματοδότηση.

Παρουσιάζοντας τα πορίσματα της SREP, ο προεδρεύων του εποπτικού συμβουλίου της τράπεζας Αντρέα Ενρια δήλωσε «σε γενικές γραμμές ικανοποιημένος» σε ό,τι αφορά τις κεφαλαιακές ανάγκες των ευρωπαϊκών τραπεζών. Τόνισε, ωστόσο, πως από τα αποτελέσματα του εποπτικού ελέγχου προκύπτει πως ναι μεν έχει  μειωθεί ο αριθμός των ευρωπαϊκών τραπεζών που εμφανίζονται σε ανησυχητικό βαθμό ευάλωτες, αλλά έχει επιδεινωθεί η εικόνα των ευρωπαϊκών τραπεζών σε τρεις θεμελιώδεις τομείς: στην κερδοφορία, στον εσωτερικό έλεγχο και στον λειτουργικό κίνδυνο.

Τα ευρήματα

Μειώθηκε συγκεκριμένα στο 8% από το 10% το ποσοστό των ευρωπαϊκών τραπεζών που εμφανίζουν τις χειρότερες επιδόσεις, αλλά αυξήθηκε στο 43% από το 38% το ποσοστό εκείνων που το εποπτικό συμβούλιο θεωρεί ότι παρουσιάζουν αρκετά σοβαρά προβλήματα βάσει της συνολικής αξιολόγησής τους. Την αρνητική εικόνα σκιαγραφεί, άλλωστε, το γεγονός ότι η ΕΚΤ δεν έδωσε την ανώτερη βαθμολογία της σε καμία από τις σημαντικές τράπεζες της Ευρωζώνης.

Ειδικότερα, από την αξιολόγηση των επιχειρηματικών μοντέλων των ευρωπαϊκών τραπεζών προκύπτει πως οι περισσότερες σημαντικές τράπεζες της Ευρωζώνης δεν έχουν επαρκή κερδοφορία ώστε να μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν τα κέρδη τους και να ενισχύσουν, έτσι, τα κεφάλαιά τους. Ανάμεσα στις 109 τράπεζες που συμμετείχαν στη διαδικασία αξιολόγησης του 2019, έξι τράπεζες παρουσίασαν βασικό δείκτη κεφαλαίων χαμηλότερο από τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας της ΕΚΤ. Το εποπτικό συμβούλιο ζήτησε, έτσι, διορθωτικές ενέργειες από όσες τράπεζες δεν έλαβαν επαρκή μέτρα μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του 2019.

Ο αριθμός των έξι τραπεζών αποτελεί σημαντική επιδείνωση, δεδομένου ότι μόλις ένα έτος νωρίτερα μόνον μία τράπεζα της Ευρωζώνης παρουσίαζε αντίστοιχο πρόβλημα. Η  εποπτική αρχή εκφράζει την ανησυχία της για τη χαμηλή κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών και σκοπεύει εφεξής να ρίξει το βάρος στην ανθεκτικότητα των τραπεζών και στη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων τους. Σημειωτέον ότι ένας πολύ μικρός αριθμός ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων και ο χρηματοπιστωτικός βραχίονας της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας Volkswagen, δεν συναίνεσε στον έλεγχο της ΕΚΤ. 

Επιδείνωση

Παράλληλα, το εποπτικό συμβούλιο της ΕΚΤ διαπιστώνει επιδείνωση σε ό,τι αφορά την εσωτερική διακυβέρνηση των ευρωπαϊκών τραπεζών, με τρεις στις τέσσερις ευρωπαϊκές τράπεζες να παρουσιάζουν ουσιαστικό πρόβλημα. Εχει αυξηθεί το ποσοστό των τραπεζών, από το 67% στο οποίο ανερχόταν το 2018 στο 76% το 2019, τα διοικητικά όργανα των οποίων δεν είναι αποτελεσματικά και οι εσωτερικοί έλεγχοι αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Λόγο ανησυχίας αποτελεί άλλωστε για το εποπτικό συμβούλιο ο λειτουργικός κίνδυνος των τραπεζών και οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα συστήματα πληροφορικής και τις κυβερνοεπιθέσεις. Οπως προέκυψε από τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση, ορισμένες τράπεζες ανέφεραν ουσιώδεις ζημίες που οφείλονταν σε γεγονότα σχετικά με τον κίνδυνο συμπεριφοράς.