ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αβεβαιότητα κυριαρχεί την πρώτη μέρα μετά το Brexit

Η αβεβαιότητα κυριαρχεί  την πρώτη μέρα μετά το Brexit

Μια νέα εποχή με ένα μέλος λιγότερο ξεκινάει για την Ευρωπαϊκή Ενωση. Μετά 32 μήνες και δύο πρωθυπουργούς, η Βρετανία αλλάζει σελίδα στην ιστορία της, αφήνοντας ωστόσο αμέτρητα αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη μέλλουσα σχέση της με τους Ευρωπαίους εταίρους και με τις τρίτες χώρες. Η αβεβαιότητα που επικρατεί στο βρετανικό κοινό όσον αφορά το μέλλον του εμπορίου, της στερλίνας και της βρετανικής αγοράς αποτυπώνεται και στις διιστάμενες απόψεις ορισμένων καταξιωμένων αναλυτών.

Οπως σχολίασε στο Bloomberg ο Στίβεν Τζεν, διευθύνων σύμβουλος του επενδυτικού fund Eurizon Slj Capital, όλες οι χώρες βιώνουν μια οιονεί υπαρξιακή κρίση και οφείλουν να βρουν νέους τρόπους, ώστε να γίνουν εκ νέου ανταγωνιστικές. Οσον αφορά τη Βρετανία, η χώρα θα αποκτήσει με την έξοδό της από την Ε.Ε. μια πρωτόγνωρη ελευθερία και επομένως θα πρέπει να εργαστεί σκληρότερα, προκειμένου να επιβεβαιώσει την κυριαρχία της στην αγορά.

Νέες προοπτικές

Κατά τον Τζεν, η Βρετανία έχει ήδη τα απαραίτητα εφόδια. Συγκεκριμένα, κατατάσσεται τρίτη μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα στην τεχνολογική καινοτομία, στη βιοϊατρική και στον κλάδο της ρομποτικής. Συνεπώς, έχει τα εχέγγυα ώστε όχι μόνο να επιβιώσει μετά το Brexit, αλλά ακόμη και να υπερβεί τους ανταγωνιστές της. «Δεν νομίζω πως είναι αποκύημα της φαντασίας ότι η Βρετανία βρίσκεται ενώπιον ενός πολύ συναρπαστικού μέλλοντος», όπως αισιόδοξα δήλωσε στο Bloomberg ο Στίβεν Τζεν. Ως επενδυτής, ο Τζεν εστιάζει στο μακροπρόθεσμο όραμα της βρετανικής κυβέρνησης και δεν αποθαρρύνεται από τις τριμηνιαίες εξελίξεις.

Κατά τον Ολιβερ Χάρβι, αναλυτή στην Deutsche Bank, το επενδυτικό κλίμα στη Βρετανία έχει δεχθεί ισχυρά πλήγματα. Ενδεικτικά, όπως εξηγεί ο Χάρβι στο Bloomberg, τα δέκα τρίμηνα πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος το 2016, η χώρα προσείλκυσε 300 δισ. στερλίνες από άμεσες ξένες επενδύσεις. Αντιθέτως, τα δέκα τρίμηνα μετά το δημοψήφισμα σημειώθηκε εκροή επενδύσεων ύψους 40 δισ. στερλινών. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Χάρβι, ακόμη και αν επιτευχθεί εμπορική συμφωνία μεταξύ της Βρετανίας και των Βρυξελλών έως το τέλος του έτους, η αποχώρηση της χώρας από την ενιαία αγορά της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα οδηγήσει σε τεράστια αύξηση του κόστους συναλλαγών στο εμπόριο. Προκειμένου να φέρει σε πέρας τα σχέδια για το Brexit και να καταστήσει ηπιότερη τη μεταβατική περίοδο, η Βρετανία οφείλει παράλληλα να επιβάλει οικονομικές και δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις.

Η στερλίνα

Την πορεία της στερλίνας σχολίασε στο Bloomberg ο Κιτ Ζουκ, υψηλόβαθμο στέλεχος της γαλλικής τράπεζας Societe Generale. Η στερλίνα έχει χάσει το 11% της αξίας της σε σχέση με τον μέσο όρο των τελευταίων 25 ετών, ενώ έχει υποχωρήσει κατά 25% συγκριτικά με τα υψηλότατα επίπεδα του 2000, όταν η οικονομία αναπτυσσόταν με ρυθμό 4%. Ο Ζουκ προβλέπει ότι η στερλίνα δεν θα επιστρέψει σύντομα στα ίδια επίπεδα του 2015, δηλαδή πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, ωστόσο θεωρεί ότι η αξία της αυτή τη στιγμή επιβαρύνεται σημαντικά από την αβεβαιότητα στον εμπορικό κλάδο και από τη γενικότερη οικονομική αδυναμία της χώρας. Θεωρεί ότι είναι εφικτή η ανάκαμψη της στερλίνας μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και προβλέπει ενίσχυσή της κατά 5%.

Η παραγωγικότητα

Για τον Τζόρνταν Ρόσεστερ, αναλυτή στην ιαπωνική τράπεζα Nomura, η Βρετανία θα πρέπει να αποδείξει ότι αποχωρεί από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατά τρόπο που ενισχύει την παραγωγικότητά της. Μόνον έτσι θα ανακάμψει η απόδοση των βρετανικών περιουσιακών στοιχείων και η οικονομία θα μπορέσει να απεξαρτηθεί από τις εισαγωγές. Σχετικά με τη λίρα, ο Ρόσεστερ σχολίασε στο Bloomberg ότι η αξία της θα εξαρτηθεί από την κατάσταση της Ευρωζώνης, του βασικότερου εμπορικού εταίρου της. Επίσης, η πορεία της στερλίνας θα βασιστεί στη διαμόρφωση της σχέσης μεταξύ των δύο μερών. Το ιδανικό σενάριο για τον Ρόσεστερ θα ήταν η σύναψη εμπορικής συμφωνίας σε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά με σταδιακή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στη Βρετανία.

Σύμφωνα με τη Σίλβια Αρντάγκνα, υψηλόβαθμο στέλεχος στην Goldman Sachs, η βρετανική οικονομία θα εξακολουθήσει να υποχωρεί σε σχέση με τους ανταγωνιστές της το 2020 και θα αναπτυχθεί κατά 0,9% έως 1,3%. Μολονότι το σενάριο για σκληρό Brexit έχει περιοριστεί σημαντικά, η αβεβαιότητα σχετικά με την εμπορική συμφωνία έχει αφήσει το στίγμα της στον επενδυτικό κόσμο. Κατά την Αρντάγκνα, δεν αναμένεται σύντομα ανάκαμψη των επενδύσεων των βρετανικών επιχειρήσεων. Σημάδια κόπωσης έχει εμφανίσει τον τελευταίο καιρό και η εγχώρια κατανάλωση.

Συνεπώς, η Goldman Sachs δεν προβλέπει θετικές εξελίξεις στους βρετανικούς τίτλους. Κατά την Αρντάγκνα, οι βρετανικοί τίτλοι και η αξία της στερλίνας θα βελτιωθούν μόνον όταν ξεκαθαρίσει το τοπίο γύρω από τις εμπορικές σχέσεις της Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.