ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οταν η τέχνη γίνεται πηγή ρευστότητας για επενδύσεις

Οταν η τέχνη γίνεται πηγή ρευστότητας για επενδύσεις

Μία νέα γενιά εραστών της τέχνης αναδύεται σε ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίοι δανείζονται τεράστια ποσά χρημάτων βάζοντας ως ενέχυρο πίνακες γνωστών καλλιτεχνών.

Πρόκειται για μία τάση η οποία ξεκίνησε κατά κύριο λόγο από συλλέκτες που δραστηριοποιούνται στους κλάδους της τεχνολογίας και των επενδυτικών funds. Επιπλέον, τα «καλλιτεχνικά» δάνεια έγιναν εξαρχής σχεδόν κοινότοπα μεταξύ συλλεκτών, οι οποίοι στελέχωναν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και κτηματομεσιτικά γραφεία. Γι’ αυτούς, η ενεχυρίαση των έργων τέχνης ήταν μία κίνηση σχεδόν φυσική, αφού παρέπεμπε στην καθημερινή τους εργασία.

Στη συνέχεια, όμως, η μόδα πέρασε και στην παλαιότερη γενιά συλλεκτών, πολλοί από τους οποίους αρχικά αρνούνταν κατηγορηματικά να ενεχυριάσουν τα πολύτιμα έργα τέχνης που είχαν στην κατοχή τους. Ενδεικτικά, τα δάνεια με ενέχυρο σε έργα τέχνης έχουν αυξηθεί κατά 40% από το 2016, αγγίζοντας τα 21 δισ. δολάρια παγκοσμίως, σύμφωνα με πρόσφατη σχετική έκθεση της Deloitte. Σε κάθε περίπτωση, το κοινό σημείο μεταξύ όλων αυτών των συλλεκτών –παλαιάς και νέας κοπής– είναι η μεγάλη περιουσία τους.

Αρχικά μπορεί να φαίνεται αντιφατικό το γεγονός ότι εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι στρέφονται στις τράπεζες, ώστε να στολίσουν τους τοίχους τους με πασίγνωστα και ακριβά έργα τέχνης. Ωστόσο, οι λάτρεις της τέχνης δεν δανείζονται από ανάγκη. Αυτό είναι εμφανές και από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορηγούν συνήθως έως και 50% της αξίας του ενεχυριάζοντος έργου τέχνης. Το υπόλοιπο 50%, το οποίο πολλές φορές μπορεί να ανέρχεται σε μερικά εκατομμύρια, προέρχεται από άλλες πηγές και συχνά από την προσωπική περιουσία του συλλέκτη.

Αντιθέτως, οι συλλέκτες αντιμετωπίζουν τα δάνεια ως μία επιχειρηματική ευκαιρία και κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν μεγάλα ποσά χρημάτων, τα οποία κρατούν διαθέσιμα για περαιτέρω επενδύσεις. Σίγουρα, πολλοί από αυτούς επανεπενδύουν στην τέχνη. Εν ολίγοις έχουν βρει έναν τρόπο να συλλέγουν έργα γνωστών καλλιτεχνών, χωρίς να αναστατώνουν ολόκληρη τη ζωή τους, όπως είχε σχολιάσει σε αφιέρωμα περιοδικού για τις τέχνες ο Εβαν Μπιρντ, στέλεχος του τμήματος υπηρεσιών σχετικά με την τέχνη στην Bank of America Private Bank.

Ορισμένοι συλλέκτες, όμως, χρησιμοποιούν τα δάνεια ώστε να επενδύσουν σε άλλα περιουσιακά στοιχεία, για παράδειγμα σε ακίνητα, προσβλέποντας σε υψηλότερες αποδόσεις. Αλλοι προτιμούν απλώς να έχουν άμεση πρόσβαση σε μεγάλα ποσά, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε όποια ενδιαφέρουσα επιχειρηματική ευκαιρία προκύψει. Επιπλέον, κάποιοι συλλέκτες θέλουν να έχουν στη διάθεσή τους χρήματα για ώρα ανάγκης. «Είναι ακριβώς το ίδιο με την υποθήκη. Ο κόσμος δεν αγοράζει απαραίτητα ένα άλλο σπίτι. Αξιοποιούν τα χρήματα με άλλο τρόπο», όπως έχει εξηγήσει στο Bloomberg η Φρέγια Στούαρτ, υψηλόβαθμο στέλεχος σε εταιρεία εξειδικευμένων υπηρεσιών για επενδυτική τραπεζική και διαχείριση επενδύσεων.

Η παγκόσμια αγορά έργων τέχνης αξιολογείται αυτή τη στιγμή στα 67 δισ. δολάρια και συνεχώς αυξάνεται. Εκμεταλλευόμενοι το ευνοϊκό περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού, όλο και περισσότεροι συλλέκτες στρέφονται στην επιλογή των δανείων και ενεχυριάζουν τα έργα τέχνης. Παράλληλα, θεωρείται ότι πρόκειται για ασφαλή αγορά, η οποία θα εξακολουθήσει να έχει υψηλές αποδόσεις ακόμη και στην περίπτωση ύφεσης. Μάλιστα, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ζήτηση για τέτοιου είδους δάνεια αυξάνεται σε περιόδους οικονομικής αστάθειας σε τοπικό επίπεδο. Ενδεικτικά, σημειώνεται ότι τα δάνεια με ενέχυρο έργα τέχνης έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή κατά την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Στις μεγάλες τράπεζες το επιτόκιο ανέρχεται συνήθως στο 1%

Η συντριπτική πλειονότητα, το 90%, των δανείων χορηγείται σε λάτρεις της τέχνης, με συλλογές αξίας πολλών εκατομμυρίων, ενώ το υπόλοιπο 10% χορηγείται σε εμπόρους τέχνης.

Οι μεμονωμένοι συλλέκτες στρέφονται κατά κύριο λόγο στις μεγάλες τράπεζες, όπως στη Citi ή στη Morgan Stanley, οι οποίες έχουν συστήσει ειδικά τμήματα διαχείρισης των ενεχύρων σε έργα τέχνης. Οι μεγάλες τράπεζες αξιολογούν το συνολικό προφίλ των συλλεκτών και χορηγούν ποσό αντίστοιχο των οικονομικών τους δυνατοτήτων.

Αντιθέτως, οι έμποροι τέχνης φαίνεται πως προτιμούν τις μικρότερες εταιρείες εξειδικευμένων υπηρεσιών, οι οποίες είναι πιο ευέλικτες και χορηγούν τα δάνεια σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Ενδεικτικά, σε πολλές περιπτώσεις η επεξεργασία του δανείου ολοκληρώνεται σε μόλις δύο εβδομάδες. Επιπλέον, οι μικρότερες εταιρείες, πολλές φορές έχοντας αποκλειστική αρμοδιότητα τη διαχείριση δανείων σχετικών με την τέχνη, συστήνουν ενέχυρο αποκλειστικά σε συγκεκριμένα έργα τέχνης. Συνεπώς, σε περίπτωση αδυναμίας αποπληρωμής, οι «εξειδικευμένες» εταιρείες δανεισμού δικαιούνται να κατασχέσουν το έργο τέχνης, αλλά δεν μπορούν να προχωρήσουν σε κατάσχεση περαιτέρω περιουσιακών στοιχείων. Βέβαια, δεδομένου ότι οι εταιρείες εξειδικευμένων υπηρεσιών έχουν λιγότερες δυνατότητες χρηματοδότησης, τα επιτόκια είναι υψηλότερα. Αντιθέτως, στις μεγάλες τράπεζες τα επιτόκια ανέρχονται συνήθως περίπου στο 1%.

Ενας από τους συλλέκτες που έχει αξιοποιήσει στο έπακρον τη δυνατότητα ενεχυρίασης έργων τέχνης, προκειμένου να ενισχύσει τη συλλογή του, είναι ο Ντάνιελ Σούντχαϊμ, διαχειριστής επενδυτικού fund. Ο Σούντχαϊμ έχει συγκεντρώσει περίπου 300 εκατ. δολάρια από το 2013, ένα μεγάλο μέρος των οποίων διοχετεύεται για τον εμπλουτισμό της συλλογής του. Ξεκίνησε συλλέγοντας έργα λιγότερο γνωστών καλλιτεχνών, τα οποία εκ των υστέρων πούλησε προκειμένου να αποκτήσει έργα μεγαλύτερης αξίας, από τον Μπασκιά και τον Γουόρχολ μεταξύ άλλων. Εχοντας κερδίσει μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, ο Σούντχαϊμ χρησιμοποίησε τα χρήματα που είχε συλλέξει μέσω δανείων από την JP Morgan Chase και από άλλες μεγάλες τράπεζες και τα επένδυσε το 2018 για την ίδρυση του δικού του επενδυτικού fund. Εξακολούθησε, όμως, να επενδύει αδρά και στην τέχνη. Εκτοτε, η συλλογή του έχει εμπλουτιστεί με πίνακες αξίας, που ξεπερνούν τα 9 εκατομμύρια δολάρια. Ο Σούντχαϊμ έλαβε ένα μεγάλο μέρος αυτού του ποσού από την JP Morgan, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το παράδειγμα σε άλλους λάτρεις της τέχνης να αποκτήσουν διάσημα κομμάτια μέσω δανείων.