ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο κορωνοϊός COVID-19 σήμα κινδύνου για τη βιωσιμότητα

o-koronoios-covid-19-sima-kindynoy-gia-ti-viosimotita-2372223

Στο πρόσφατο παρελθόν, ο κόσμος γνώρισε πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη. Ενδεικτικά, τα τελευταία 50 χρόνια το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει αυξηθεί έξι φορές. Ωστόσο, τα σχετικά επιτεύγματα έγιναν με ισχυρά αρνητικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο ο οποίος απειλεί την κοινωνική σταθερότητα και τις προοπτικές ανάπτυξης. Ο παραπάνω αντίκτυπος, έκφανση του οποίου αποτελεί σύμφωνα με τους ειδικούς η τρέχουσα πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, θέτει με επιτακτικό και επιθετικό τρόπο σημαντικούς περιορισμούς στις προοπτικές μεγέθυνσης και ανάπτυξης.

Σε άρθρο της εφημερίδας Guardian, στις 25 Μαρτίου 2020, η Inger Andersen, Διευθύντρια του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρει ότι «με την πανδημία του κορωνοϊού και τη συνεχιζόμενη κλιματική κρίση, η φύση μας στέλνει ένα μήνυμα». Στο ίδιο πλαίσιο, κορυφαίοι επιστήμονες δηλώνουν ότι η έκρηξη του Covid-19 αποτελεί «σαφή προειδοποιητική βολή» από τη φύση προς την ανθρωπότητα η οποία «παίζει με φωτιά» όσο συνεχίζεται η υπερθέρμανση του πλανήτη και η καταστροφή οικοσυστημάτων. Σύμφωνα με την Inger Andersen, η βραχυπρόθεσμη προτεραιότητα είναι το εμβόλιο και η θεραπεία για τον Covid-19 αλλά η μεσοπρόθεσμη ανάγκη αφορά στη βιωσιμότητα με έμφαση στο περιβάλλον και στη σχέση του ανθρώπου με τα οικοσυστήματα.

Η Inger Andersen εξηγεί ότι το 75% των αναδυόμενων μολυσματικών ιογενών λοιμώξεων προέρχονται από τη διατάραξη της άγριας πανίδας από ανθρώπινες παρεμβάσεις στη φύση: Όλες οι πρόσφατες μολυσματικές ιογενείς λοιμώξεις (ιός έμπολα, γρίπη των πτηνών, γρίπη των χοίρων, ιός του Δυτικού Νείλου, MERS – Middle East Respiratory Syndrome, SARS – Severe Acute Respiratory Syndrome) έχουν μεταδοθεί από τα ζώα στον άνθρωπο.

Η υγεία μας εξαρτάται καίρια από το κλίμα και την ισορροπία μας με τους άλλους οργανισμούς με τους οποίους συγκατοικούμε στον πλανήτη. Η κλιματική αλλαγή και η ισορροπία των οικοσυστημάτων εξαρτώνται με τη σειρά τους από τον αντίκτυπο των ανθρωπογενών παρεμβάσεων και των παραγωγικών δραστηριοτήτων στο φυσικό περιβάλλον. Οι εν λόγω σχέσεις αιτίου – αιτιατού αποκαλύπτουν την επιτακτική ανάγκη επανασύνδεσης των περιβαλλοντικών πολιτικών με τις πολιτικές λειτουργίας των αγορών καθώς και με τις πολιτικές για την υγεία.

Μέχρι και πριν από τρεις δεκαετίες, οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν γνώριζαν για τα της βιωσιμότητας και της κλιματικής αλλαγής, πόσο μάλλον να τα αντιληφθούν ως επιχειρηματικά θέματα. Ωστόσο, καθώς ο αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής άρχισε να γίνεται πιο έντονος, άρχισε να αποκαλύπτεται και η καίρια ευθύνη των επιχειρήσεων για την κλιματική αλλαγή: Στο διάστημα 1988-2016, 100 εταιρείες παρήγαγαν πάνω από το 70% των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (CO2) στον πλανήτη. Παράλληλα, αναδεικνύεται ότι το μίγμα δημόσιων πολιτικών σχετικά με το περιβάλλον και τη λειτουργία των αγορών δημιουργεί το υπόβαθρο για τον αρνητικό αντίκτυπο των επιχειρηματικών πρακτικών στην κλιματική αλλαγή.

Τόσο σε θέματα παραγωγής εκπομπών αερίων θερμοκηπίου όσο και σε θέματα δημόσιων πολιτικών η περίπτωση της Κίνας είναι η πλέον χαρακτηριστική. Από το 2006, η Κίνα είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σε ετήσια βάση στον πλανήτη, και στην παραγωγή (27% του παγκόσμιου συνόλου) και στην κατανάλωση (24% του παγκόσμιου συνόλου). Αυτό συμβαίνει διότι η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας, τσιμέντου, άνθρακα, χάλυβα, χημικών λιπασμάτων και βαμβακερών υφασμάτων στον κόσμο, ενώ έχει την τρίτη μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία. Επιπλέον, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας και ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας αγαθών παγκοσμίως. Η ταχεία εκβιομηχάνιση και η χαλαρή περιβαλλοντική εποπτεία, συνιστούν το υπόβαθρο των τεράστιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά το βιοφυσικό περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία στην πιο πυκνοκατοικημένη χώρα του κόσμου.

Ειδική αναφορά αξίζει να γίνει στη σταθερή προσήλωση της κυβέρνησης της Κίνας, από το 1978 ως και σήμερα, στην προσέλκυση εγκατάστασης άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) στη χώρα. Η Κίνα αποτελεί ιδανικό προορισμό για ΑΞΕ διότι διαθέτει αφθονία φυσικών και ανθρώπινων πόρων, φιλικό θεσμικό πλαίσιο, πολιτική σταθερότητα λόγω της φύσης του καθεστώτος (command and control) και χαλαρή αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου των επιχειρήσεων.

Πλέον, για την περαιτέρω προσέλκυση ΑΞΕ στην Κίνα, το κράτος αγοράζει τεράστιες αγροτικές εκτάσεις τις οποίες στη συνέχεια μισθώνει σε επιχειρήσεις για εγκατάσταση ΑΞΕ, ενώ οι αγρότες λαμβάνουν αποζημίωση και μεταφέρονται σε νεόκτιστες κατοικίες σε αστικές ή περιαστικές περιοχές. Υπολογίζεται ότι περίπου 2 εκατομμύρια αγρότες χάνουν τη γη τους κάθε χρόνο. Σε αυτό το πλαίσιο, γίνεται εύκολα αντιληπτό πώς οι δημόσιες πολιτικές προσέλκυσης ΑΞΕ και οι επιχειρηματικές πρακτικές στην Κίνα δρουν συμπληρωματικά και έχουν τεράστιο περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο πέρα από κάθε λογική βιώσιμης ανάπτυξης.

Με την αναγνώριση της σημασίας της κλιματικής αλλαγής άρχισαν να αναδύονται διεθνείς πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των επιπτώσεών της. Η πιο πρόσφατη διεθνής πρωτοβουλία είναι η Συμφωνία των Παρισίων (Paris Agreement) το 2015, η οποία έχει κεντρικό στόχο να ενισχύσει την παγκόσμια ανταπόκριση κατά της κλιματικής αλλαγής διατηρώντας την αύξηση της θερμοκρασίας στον πλανήτη, τον αιώνα που διανύουμε, αρκετά κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου, και να συνεχίσει τις προσπάθειες για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμό Κελσίου.

Ένα καίριο κενό της Συμφωνίας των Παρισίων είναι ότι ενώ αναγνωρίζει την ευθύνη του ιδιωτικού τομέα στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, δεν παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες στις επιχειρήσεις για την ανάληψη σχετικών δράσεων. Επιπλέον, στη Συμφωνία των Παρισίων δεν προβλέπεται ούτε κάποιος δεσμευτικός μηχανισμός επιβολής ελέγχου των εκπομπών CO2, ούτε κάποιο αντικίνητρο (π.χ. μέσω περιβαλλοντικών φόρων) προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές.

Με δεδομένη την αρνητική συγκυρία, υπό το πρίσμα της βιώσιμης ανάπτυξης, τον Σεπτέμβριο του 2015, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε την Ατζέντα 2030, ένα «καθολικό, ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης για το μετασχηματισμό του κόσμου μας» (ΟΗΕ, 2015α), έναν κατάλογο με 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ) (Sustainable Development Goals, SDG). Το κλειδί για την επίτευξη των ΣΒΑ είναι η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ κυβερνήσεων, του επιχειρηματικού τομέα και της κοινωνίας των πολιτών, με την ενθάρρυνση όλοι αυτοί να επικεντρωθούν στις τρεις διαστάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης: περιβαλλοντική βιωσιμότητα, κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς, οικονομική ευημερία.

Ο ΟΗΕ επικοινώνησε με μεγάλη σαφήνεια τον καίριο ρόλο των επιχειρήσεων στη βιώσιμη ανάπτυξη: Καλούμε όλες τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν τη δημιουργικότητα και την καινοτομικότητα που διαθέτουν για την επίλυση των προκλήσεων της βιώσιμης ανάπτυξης. Θα ενισχύσουμε έναν δυναμικό και λειτουργικό επιχειρηματικό τομέα, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα εργασιακά δικαιώματα, τα περιβαλλοντικά και υγειονομικά πρότυπα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρώτος ρόλος των επιχειρήσεων είναι να προλαμβάνουν τη δημιουργία επιπλέον προβλημάτων τα οποία θα πρέπει να διορθώσουν οι κυβερνήσεις, όπως είναι η περιβαλλοντική ρύπανση και η επιβάρυνση της δημόσιας υγείας. Οι επιχειρήσεις καλούνται να ενσωματώσουν στη λειτουργία και τα προϊόντα/υπηρεσίες τους εκείνους τους ΣΒΑ οι οποίοι είναι πιο ευθυγραμμισμένοι με τις βασικές λειτουργίες και δυνατότητές τους, προσπαθώντας να συμβάλουν στην επίτευξή τους.

Επιπλέον, καταναλωτές και επενδυτές απαιτούν ολοένα και περισσότερο οι επιχειρήσεις να είναι πιο βιώσιμες με θετικό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο. Μάλιστα, η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οικολογικά κτίρια και μειωμένα απόβλητα κλπ) αποτελεί πεδίο οικοδόμησης ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων μέσω οργανωσιακών και τεχνολογικών καινοτομιών, νέων προϊόντων και υπηρεσιών οδηγώντας σε μείωση του κόστους και αύξηση εσόδων και κερδών.

*Ο Κωνσταντίνος Μανασάκης είναι Οικονομολόγος, Επίκουρος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης