ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αμεση ανάλυση: Η ώρα της Ευρώπης

amesi-analysi-i-ora-tis-eyropis-2372844

Μέσα στη δίνη του κορωνοϊού, οι ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν συρρικνώσει δραματικά τη δραστηριότητα τους, προκαλώντας μεγάλες απώλειες εισοδημάτων και θέσεων εργασίας. Ο χρόνος λήξης της πανδημίας, που θα σημάνει επάνοδο στην ομαλότητα, είναι δύσκολο να προσδιορισθεί. Το βέβαιο είναι ότι για να κρατηθούν όρθια τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, χρειάζεται να τους χορηγηθεί γενναιόδωρη βοήθεια. Έτσι, μόνο, θα προστατευθεί η απασχόληση αλλά και το παραγωγικό δυναμικό. Η έκταση της απαιτούμενης βοήθειας είναι πολύ μεγάλη για να τη σηκώσουν οι επιμέρους κρατικοί προϋπολογισμοί. Αυτή τη στιγμή θα πρέπει να «πάρει την κατάσταση στα χέρια της η Ενωμένη Ευρώπη.

Πρέπει να  πάρει τις γενναίες αποφάσεις που απαιτεί η κρισιμότητα των ημερών, να δώσει ανάσα στις οικονομίες των μελών της αλλά και νέα πνοή στο όραμα της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της. Αν δεν μπορέσει να ανταποκριθεί στο ρόλο της αυτή την κρίσιμη ώρα, θα ενισχύσει τις φωνές εκείνων που κάνουν λόγο για σοβαρή απόκλιση από την αρχικά χαραγμένη πορεία της.

Δεν μπαίνει θέμα δυνατοτήτων. Η οικονομική ισχύς της ΕΕ είναι πολύ μεγάλη, οι μηχανισμοί στήριξης μονταρισμένοι και δοκιμασμένοι και τα χρηματοδοτικά εργαλεία πολλά και σημαντικά.

Μία είναι η λύση: Να εκδώσει ομολογίες ως Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να εξασφαλίσει τα αναγκαία κεφάλαια (τουλάχιστον 1 τρις ευρώ για 40-50 χρόνια) με μηδαμινό κόστος. Από εκεί και πέρα, να κινητοποιήσει τους μηχανισμούς της ώστε να κατανείμει τα κεφάλαια αυτά στις χώρες-μέλη, με αντίστοιχους όρους.

Η ενίσχυση των ευρωπαϊκών οικονομιών δεν θα τις κρατήσει απλά όρθιες. Θα τους δώσει τη δυνατότητα να παίξουν σημαντικό ρόλο την «επόμενη ημέρα», η οποία θα σηματοδοτήσει μια μεγάλη αναδιανομή των μεριδίων επιχειρήσεων και χωρών στο παγκόσμιο εμπόριο. Σε εκείνη τη φάση, που οι οικονομίες με τις λιγότερες πληγές, θα είναι σε πλεονεκτική θέση απέναντι σε όσες λύγισαν.

Είναι η Ευρώπη έτοιμη να ανταποκριθεί σε αυτή τη μεγάλη πρόκληση, δείχνοντας τη σταθερή δέσμευση της στο ιδρυτικό της όραμα αλλά και να ενισχύσει το ρόλο της στη «μετά-covid19» εποχή; Αν κρίνω από την άκαρπη 16ωρη συνεδρίαση του Eurogroup (8/4/2020), προφανώς όχι. Αντί να διατρανωθεί η ενότητα και η αλληλεγγύη που απαιτούν οι στιγμές, ξεδιπλώθηκε σε όλο της το μεγαλείο η αντιπαράθεση Βορρά-Νότου. Με λίγα λόγια, ο Βορράς έδειξε να φοβάται την έκδοση ευρωομολόγου, για να μην κινδυνεύσει να σηκώσει βάρη άλλων, στην περίπτωση που (μελλοντικά) κάποιες χώρες δεν θα είναι σε θέση να συνεισφέρουν το δικό τους μερίδιο για την εξόφλησή του.

Η στάση αυτή είναι απαράδεκτη, για πολλούς λόγους. Πρώτα απ όλα, γιατί βρισκόμαστε σε μια υγειονομική και ταυτόχρονα οικονομική κρίση πρωτοφανούς έκτασης και έντασης. Σε τέτοιες στιγμές, έπρεπε να είναι δεδομένη η αλληλεγγύη των χωρών του Βορρά, που ισχυρίζονται ότι εξακολουθούν να οραματίζονται μια Ευρώπη η οποία (στο τέλος της διαδρομής) θα φτάσει στην οικονομική και πολιτική ενοποίηση της. Πέρα από αυτό, όμως γιατί το ΟΦΕΙΛΟΥΝ στον Ευρωπαϊκό Νότο, από τον οποίο έχουν ήδη αντλήσει πολλαπλάσια οφέλη από τα ποσά που δήθεν κινδυνεύουν να χάσουν. Ας δούμε τι λένε οι αριθμοί:

Οι εξαγωγές της Γερμανίας και της Ολλανδίας (οι δύο χώρες που αντιμάχονται την έκδοση ευρωομολόγου), από 573 δις το 2002,  έφτασαν τα 979 δις το 2010 και τα 1.368 δις το 2018. Αυξήθηκαν δηλαδή, κατά  795 δις (+139%) από την εισαγωγή του ευρώ (+389 δις μέσα στην κρίση). Την ίδια περίοδο, οι εξαγωγές Γαλλίας και Ιταλίας (για να πάρουμε τις ισχυρότερες οικονομίες του Νότου) αυξήθηκαν κατά 324 δις (+74%). Με απλά λόγια, οι δύο ισχυρότερες οικονομίες του Ευρωπαϊκού Βορρά παρουσίασαν διπλάσια διείσδυση στον ενωμένο ευρωπαϊκό χώρο από τις δύο ισχυρότερες οικονομίες του Νότου. Είναι προφανές ότι η πιο πάνω εικόνα είναι κατά πολύ δυσμενέστερη για τις υπόλοιπες οικονομίες του Νότου, συγκρινόμενες με τις υπόλοιπες οικονομίες του Βορρά.

amesi-analysi-i-ora-tis-eyropis0

Υπάρχουν όμως και πολλές άλλες ωφέλειες για τις πλούσιες χώρες που τώρα αρνούνται να δείξουν αλληλεγγύη στις χώρες του Νότου. Ενδεικτικά:

Η επικράτηση στην εσωτερική αγορά έκανε πιο εύρωστες τις οικονομίες του Βορρά, μείωσε τον «κίνδυνο χώρας» (country risk) και επέτρεψε στις αντίστοιχες χώρες να δανείζονται με μηδαμινά ή και αρνητικά επιτόκια, με αντίστοιχα οφέλη τόσο για τον δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα. Επίσης, έδωσε την ευκαιρία στις επιχειρήσεις τους να πραγματοποιήσουν επενδύσεις επέκτασης και εκσυγχρονισμού, σε μια περίοδο που οι επιχειρήσεις του Νότου προσπαθούσαν να συνέλθουν από τις παρενέργειες της οικονομικής κρίσης. Έτσι, ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τα μερίδια τους εντός της ΕΕ και παράλληλα απόκτησαν το αναγκαίο μέγεθος και την οικονομική ισχύ που τους επέτρεψε να διευρύνουν τις εξαγωγές τους και εκτός Ευρώπης. 

Οι οικονομίες της Γερμανίας και της Ολλανδίας χρηματοδοτήθηκαν και κατά τη διάρκεια της κρίσης, με το «αίμα» του Νότου, όταν περίπου 500 δις (μεταξύ 2009 και 2012) αναζήτησαν καταφύγιο στο Βορρά. Σε μια περίοδο που Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος είχαν τεράστιες χρηματοδοτικές ανάγκες, έβλεπαν τις καταθέσεις να φεύγουν από τις τράπεζες τους και τη ρευστότητα τους να συρρικνώνεται δραματικά. Την ίδια περίοδο, η Γερμανία και η Ολλανδία απολάμβαναν άφθονα κεφάλαια, σε ιδιαίτερα χαμηλό κόστος.

Συμπερασματικά, οι δύο αυτές χώρες άντλησαν πλούτο από την ενιαία αγορά, που τους επέτρεψε να γίνουν ιδιαίτερα ανταγωνιστικές, να αποκτήσουν σημαντικό οικονομικό μέγεθος και κύρος, που δεν θα αποκτούσαν ποτέ εκτός αυτού του πλαισίου της Ενωμένης Ευρώπης. Οφείλουν λοιπόν να συμπαρασταθούν τώρα στις υπόλοιπες χώρες, οφείλουν να δείξουν την αλληλεγγύη που υποτίθεται ότι αποτελεί βασικό πυλώνα της ΕΕ και που είναι ακόμη ζητούμενο. Ο κίνδυνος να βάλουν το χέρι στην τσέπη για άλλες χώρες, είναι μηδαμινός.

* Ο κ. Μιχάλης Γκλεζάκος είναι Καθηγητής Χρηματοοικονομικής