ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο δύσκολος γρίφος της επόμενης μέρας

o-dyskolos-grifos-tis-epomenis-meras-2374268

Το βασικό χαρακτηριστικό της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, λόγω των περιορισμών για την πανδημία του κορωνοϊού, είναι πως προέρχεται από έναν εξωγενή από την οικονομία παράγοντα, γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά δύσκολες τόσο η διατύπωση αξιόπιστης εκτίμησης για την ημερομηνία λήξης της όσο –και κατ’ επέκταση– η εύρεση αποτελεσματικών λύσεων.

Η διελκυστίνδα μεταξύ των όσων προτάσσουν –όπως και η ελληνική κυβέρνηση– τη δημόσια υγεία και τις ζωές των πολιτών και όσων υπεραμύνονται πάνω από όλα της λειτουργίας της οικονομίας και της αγοράς είναι απολύτως επικίνδυνη. Σε ό,τι αφορά την Ευρωζώνη, αλλά και το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι μέχρι σήμερα χειρισμοί δείχνουν ότι οι ηγεσίες των χωρών-μελών είναι κατώτερες των περιστάσεων, για ακόμα μία φορά δυστυχώς. 

Η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και οι λοιποί δορυφόροι του Βερολίνου εξακολουθούν και λειτουργούν εμμονικά αντιπληθωριστικά, αδιαφορώντας για τη διεύρυνση των συνεπειών που έχει αυτή τους η στάση. Σε μια περίοδο που οι προβλέψεις του ΔΝΤ μιλούν για ύφεση η οποία μπορεί να φτάσει και σε διψήφια ποσοστά σε πολλές χώρες –και στην Ελλάδα–, ζητούν δεσμεύσεις μνημονίων για να συμφωνήσουν στο αυτονόητο: δηλαδή, τη στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων και τη χορήγηση ρευστότητας στη συνέχεια. Οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να παρακολουθούν αμήχανα και σχεδόν αμέτοχα τις εξελίξεις αυτές. Μάλιστα, οι πρόσφατες αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης εγείρουν έντονο προβληματισμό για την αποτελεσματικότητά τους, αλλά και για το επιπλέον βάρος που πιθανώς να φορτώνουν στην ευρωπαϊκή οικονομία. Τι διασφαλίζει, δηλαδή, ότι οι αποφάσεις του Eurogroup δεν αφήνουν ένα υψηλότερο χρέος στους ισολογισμούς των χωρών της Ευρωζώνης;

Γιατί θεωρούμε ότι τόσο η γραμμή του ESM όσο και το SURE δεν αυξάνουν το χρέος; Διαβάζω με πολλή προσοχή τις εκτιμήσεις αναλυτών, που υποστηρίζουν ότι η πιστωτική γραμμή του ESM είναι δάνειο, οπότε το χρέος θα παραμείνει στους ισολογισμούς των χωρών. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι όροι του δεν είναι αυστηροί είναι θετικό από πολιτική άποψη, αλλά αφήνει ένα ερώτημα για το κατά πόσον αρκεί για να ενεργοποιηθεί το πρόγραμμα ΟΜΤ της ΕΚΤ.

Εκτιμάται ακόμα ότι η πιστωτική γραμμή του ESM είναι σχετικά βραχυπρόθεσμη (1-2 χρόνια), ώστε ακόμη και σε συνδυασμό με το ισχυρό εργαλείο του OMT –ενώ μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των βραχυπρόθεσμων αναγκών ρευστότητας μιας χώρας–, μπορεί να μην κάνει πολλά για να μειώσει την κληρονομιά τού πολύ μεγαλύτερου χρέους μετά την κρίση λόγω της πανδημίας. Ολα αυτά μάς βάζουν σε έντονο προβληματισμό σχετικά με την αναποτελεσματικότητα των οργάνων της Ευρωζώνης σε ακόμα μία κρίση.

Εξαίρεση αποτελεί η ΕΚΤ, η οποία –για πολλοστή φορά και κόντρα στις αντιδράσεις του σκληροπυρηνικού Βορρά– έχει ήδη λειτουργήσει και προληπτικά, αλλά και με σχεδιασμό για την επόμενη μέρα, όποτε αυτή έρθει. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να λύσει έναν πολύ δύσκολο γρίφο: Από τη μια πλευρά, πρέπει να καταρτίσει ένα αξιόπιστο πλάνο ανάπτυξης και επαναλειτουργίας της οικονομίας και της αγοράς. Ενα πλάνο που θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα υγιές παραγωγικό μοντέλο, το οποίο δεν θα εξαρτάται σε τόσο μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, αλλά και από την περαιτέρω ανάπτυξη της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής, καθώς και άλλου είδους υπηρεσιών (χωρίς να παραγνωρίζεται η σημασία του τουριστικού κλάδου).

Από την άλλη πλευρά, η επιτυχημένη διαχείριση της πανδημίας του κορωνοϊού δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τη λήψη της απόφασης για τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων, που θα σημάνει και την –επίσης σταδιακή– επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. 

Το σίγουρο είναι ότι η χώρα μας οφείλει μεν να διεκδικεί παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το κορωνοομόλογο, πρέπει δε να πορευτεί σχεδιάζοντας πάνω στις δικές της δυνάμεις για την επιστροφή στην όποια κανονικότητα. Οποτε και αν έλθει αυτή. Καλή Ανάσταση!

* Ο κ. Κωνσταντίνος Β. Κόλλιας είναι πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.