ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μετά την ύφεση η διόγκωση του χρέους

meta-tin-yfesi-i-diogkosi-toy-chreoys-2374651

Ο φόρος εισοδήματος επιβλήθηκε για πρώτη φορά στη Βρετανία το 1799, ώστε να χρηματοδοτηθεί ο πόλεμος εναντίον της Γαλλίας. Στις ΗΠΑ επιβλήθηκε το 1861, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ο εμφύλιος. Η πανδημία του κορωνοϊού δεν είναι πόλεμος με την αυστηρή έννοια, ωστόσο θα οδηγήσει σε τεράστια αύξηση του χρέους και τελικά σε υψηλότερους φόρους. Ενα μεγάλο μέρος αυτών φυσικά θα εξαρτάται από το ύψος του χρέους, που θα βασίζεται στη διάρκεια αναστολής της οικονομικής δραστηριότητας και στον χρόνο ανάκαμψης.

Αυτή τη στιγμή, το πιθανότερο σενάριο είναι ότι θα υπάρξει μία τεράστια ύφεση και στη συνέχεια μία σταδιακή ανάκαμψη. Δεδομένου, όμως, ότι πολλές κυβερνήσεις υποστηρίζουν τους εργαζομένους και τις επιχειρήσεις, δεν θα ήταν απίθανο το χρέος να αυξηθεί μεταξύ 20% και 50% του ΑΕΠ.

Ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης του χρέους είναι και η αντίστοιχη ενίσχυση της ανάπτυξης. Εάν, για παράδειγμα, το χρέος αυξηθεί κατά το ένα τρίτο του ΑΕΠ και εφόσον η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός βρίσκονται στο 1,5%, το oνομαστικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά ένα τρίτο μετά μία δεκαετία. Τότε, η αναλογία χρέους και ΑΕΠ θα επέστρεφε στο αρχικό επίπεδο.

Η τακτική αυτή ενδέχεται να ενδώσει εξαιτίας των χαμηλότατων επιτοκίων δανεισμού. Οι περισσότερες πλούσιες χώρες δανείζονται για δέκα χρόνια με λιγότερο από 1%. Ως αποτέλεσμα, το κόστος εξυπηρέτησης επιπλέον χρέους είναι σχεδόν μηδαμινό.

Ωστόσο, το κόστος δανεισμού βρίσκεται σε ασυνήθιστα χαμηλό επίπεδο, διότι οι κεντρικές τράπεζες το μείωναν από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Κάποια στιγμή, ίσως χρειαστεί να το αυξήσουν, προκειμένου να μειώσουν τον πληθωρισμό. Τότε, το κόστος των κυβερνήσεων για τα διογκωμένα χρέη θα αυξηθεί. Επιπλέον, μόνον λίγες χώρες είχαν ισορροπημένους προϋπολογισμούς πριν από την επέλαση της πανδημίας.

Τα περιοριστικά μέτρα είναι πιθανό πως θα παραλύσουν ορισμένους τομείς της βιομηχανίας. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις θα εξέλθουν από την κρίση με ακόμα μεγαλύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα. Εάν ξεκινήσουν με έλλειμμα 3% και προσθέσουν λίγες ακόμα ποσοστιαίες μονάδες από την οικονομική ζημία της πανδημίας και από το υψηλότερο κόστος δανεισμού, το ύψος του χρέους θα είναι ανεξέλεγκτο. Ορισμένες πλούσιες χώρες –ιδίως η Γερμανία, αλλά και η Ολλανδία και η Σιγκαπούρη– θα ξεκινήσουν με πλεόνασμα και ίσως μπορέσουν να αντισταθμίσουν το νέο χρέος.

Η μία εναλλακτική είναι η κατακόρυφη αύξηση του χρέους και στη συνέχεια αδυναμία αποπληρωμής του. Ισως και να πρόκειται για τη μόνη λύση για ορισμένες αναπτυσσόμενες οικονομίες. Ωστόσο, η ιστορία της Αργεντινής με τις ατελείωτες κρίσεις χρέους είναι παράδειγμα προς αποφυγήν.

Μία ακόμη εναλλακτική είναι η αύξηση του πληθωρισμού, που θα μπορούσε να σταθεροποιήσει την αναλογία του χρέους, ακόμη και εάν αυξηθεί το έλλειμμα – εφόσον όλα τα υπόλοιπα στοιχεία παραμείνουν ίδια. Ωστόσο, δεν πρόκειται να παραμείνουν ίδια. Οι επενδυτές θα απαιτούν υψηλότερα επιτόκια ως αποζημίωση. Ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσει αυτή η τακτική είναι να αιφνιδιαστούν οι χρηματοπιστωτικές αγορές και αυτό δεν είναι εύκολο σε έναν κόσμο όπου το κεφάλαιο ρέει ελεύθερα. Επιπλέον, ο πληθωρισμός είναι ένας κρυμμένος και κατά κάποιον τρόπο βοηθητικός φόρος, που μειώνει την καταναλωτική δύναμη των ανθρώπων.

Διαφορετικά, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να ζητήσουν από τις κεντρικές τράπεζες να κρατήσουν μονίμως χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού – και όταν οι επενδυτές αρνηθούν να πληρώσουν το χρέος, θα τυπώσουν χρήματα ώστε να αυτοχρηματοδοτηθούν. Ωστόσο, προηγουμένως θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι αυτό δεν οδηγεί απλώς σε αύξηση του πληθωρισμού: καταστρέφει την αξιοπιστία τους και ίσως οδηγήσει σε υπερπληθωρισμό.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή