ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κρίση επισπεύδει τις συγχωνεύσεις

Η κρίση επισπεύδει τις συγχωνεύσεις

Η συμφορά δημιουργεί ευκαιρίες. Ο κανόνας αυτός ισχύει και για τη συγκέντρωση κλάδων. Θυμηθείτε τη σειρά από συγχωνεύσεις και εξαγορές που οδήγησαν στον μετασχηματισμό του τραπεζικού τομέα μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Η Well Fargo ενσωμάτωσε τη Wachovia, η Bank of America τη Merrill Lynch, η Lloyds TSB την HBOS, η BNP Paribas τη Fortis, και πάει λέγοντας. Το ίδιο θα συμβεί μάλλον και μετά την πανδημία.

Οι ισχυρές τράπεζες «τρώνε» τις ανίσχυρες και τις εξωθούν σε αυτή τη διαδικασία κυβερνήσεις και ρυθμιστικές αρχές, καθώς ανησυχούν για τη βιωσιμότητα των τραπεζικών συστημάτων τους.

Ακόμη και πριν από την πανδημία, οι ηγεσίες ζητούσαν να χαλαρώσουν οι αντιμονοπωλιακές νομοθεσίες για να αντιμετωπισθούν οι ισχυρότεροι ανταγωνιστές από την Κίνα. Γαλλία και Γερμανία επιτέθηκαν κατά της Κομισιόν και της απόφασής της να εμποδίσει τη συγχώνευση των Siemens και Alstom και να αφήσει ελεύθερο το πεδίο στον κινεζικό κολοσσό της CRRC για να ηγεμονεύσει στην παγκόσμια αγορά. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ενθαρρύνει τις συγχωνεύσεις μεταξύ εταιρειών τηλεπικοινωνιών, ώστε να προκύψει ισχυρή εταιρεία που θα πολεμήσει την κινεζική Huawei. Και ο προβληματισμός αυτού του είδους εντείνεται καθώς η Κίνα φαίνεται να έχει ανακάμψει από την πανδημία ταχύτερα από τον υπόλοιπο κόσμο.

Θα επικρατήσει η συλλογιστική ότι πρέπει να προστατευθούν οι εγχώριες βιομηχανίες μέσω συμμαχιών στρατηγικής φύσεως σε ευρύτατο φάσμα τομέων. Οι κυβερνήσεις θα έχουν νέες προτεραιότητες, όπως μια ασφαλέστερη και πιο εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα και έναν ασφαλέστερο μεταποιητικό τομέα, μέχρι τους λιγότερο επισφαλείς ισολογισμούς. Η προ κορωνοϊού επικρατούσα θεωρία περί ανταγωνισμού θα παραγκωνισθεί.

Δίνεται η ευκαιρία για συγχωνεύσεις και εξαγορές ακόμη και σε τομείς που άλλοτε αποτελούσαν ταμπού. Στον τομέα του πετρελαίου, η πτώση της ζήτησης οδήγησε αμερικανικές εταιρείες στα πρόθυρα πτώχευσης και τις ανάγκασε να ζητήσουν τη βοήθεια του Τραμπ. Δεν αποκλείεται οι μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες του κλάδου να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να συμπιέσουν το κόστος, ίσως και με τη βοήθεια κάποιων δανείων από την κυβέρνηση. Αν, για παράδειγμα, μπορούσαν να συγχωνευθούν η Exxon Mobil με τη Chevron, θα προέκυπτε μια εταιρεία με αξία 350 δισ. δολαρίων και 35 δισ. βαρέλια αποθέματα πετρελαίου. Θα παρέμεναν όμως «μικρό ψάρι» σε σύγκριση με τη χρηματιστηριακή αξία 1,6 τρισ. δολαρίων και τα 270 δισ. βαρέλια πετρελαίου της σαουδαραβικής Aramco, και το επιχείρημα αυτό θα νομιμοποιούσε μια μεταξύ τους συμφωνία.

Στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, το σχέδιο για συγχώνευση των Fiat Chrysler Automobiles και Peugeot είναι πιθανό να υλοποιηθεί, καθώς έχουν πέσει κατακόρυφα οι πωλήσεις. Ακόμη και οι τρεις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες της Γερμανίας είναι σε δυσχερή θέση. Η BMW και η Daimler έχουν αθροιστικά χρηματιστηριακή αξία ύψους 65 δισ. ευρώ, τη μισή δηλαδή από της Tesla. Στο μεταξύ, οι ανταγωνιστές από την Κίνα, οι Geely Automobile και BAIC Motor, έχουν αγοράσει μετοχές της Daimler και θέλουν να αποκτήσουν επιρροή στην κατασκευάστρια της Mercedes. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί η πώληση της Daimler σε κάποια βιομηχανία που δεν είναι κινεζική. Προκειμένου να αποφευχθεί η κινεζική επιρροή, η Daimler μπορεί να βρεθεί στην αγκαλιά της βαυαρικής BMW. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να συμβεί και με τις Ford Motor και General Motors.

Και ο τρόμος μιας κυριαρχίας της Κίνας στα δίκτυα πέμπτης γενιάς έδωσε λαβή για τη φημολογούμενη προσφορά της Cisco Systems για τη Nokia. Οσον αφορά τις τράπεζες, θα έχουν και αυτές πρόβλημα εξαιτίας της πανδημίας. Οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις είναι δύσκολο να γίνουν, δηλαδή κάτι σαν η UBS να εξαγοράσει την Deutsche Bank. Θα είναι, όμως, πολύ δύσκολο να αποφευχθούν συγχωνεύσεις ανάμεσα στις τράπεζες της ίδιας χώρας. Μετά δύο απόπειρες, ίσως δημιουργήσουν «εθνικό πρωταθλητή» της Γαλλίας οι BNP και Societe Generale.