ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Κομισιόν έρχεται σε αντιπαράθεση με τη Γερμανία

Η Κομισιόν έρχεται σε αντιπαράθεση με τη Γερμανία

Την πιθανότητα διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Γερμανίας για την απόφαση του γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου κατά του αρχικού προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (PSPP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έθεσε επί τάπητος σε δήλωσή της η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Με την απόφαση των δικαστών της Καρλσρούης να αμφισβητήσουν ευθέως την ετυμηγορία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης επί του ίδιου θέματος –και συνεπώς την υπεροχή του ευρωπαϊκού επί του εθνικού δικαίου– να συνεχίζει να προκαλεί τριγμούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, διέρρευσε χθες και η πρώτη αντίδραση της Αγκελα Μέρκελ. Η Γερμανίδα καγκελάριος φέρεται να πιστεύει ότι υπάρχει διέξοδος από την κρίση που προκάλεσε η αναλυτική ετυμηγορία της περασμένης Τρίτης μέσω της παροχής εξηγήσεων από την Bundesbank στη γερμανική κυβέρνηση για τη λογική και τα όρια του PSPP.  

Στη δήλωσή της, η κ. Φον ντερ Λάιεν σημειώνει πως «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει τρεις βασικές αρχές: ότι η νομισματική πολιτική της Ενωσης είναι θέμα αποκλειστικής της αρμοδιότητας· ότι το δίκαιο της Ε.Ε. υπερισχύει του εθνικού δικαίου και ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι δεσμευτικές σε όλα τα εθνικά δικαστήρια». Προσθέτει δε εμφατικά: «Ο τελευταίος λόγος για τη νομοθεσία της Ε.Ε. εκφέρεται πάντα στο Λουξεμβούργο (σ.σ.: έδρα του ΔΕΕ). Πουθενά αλλού».

Η πρόεδρος της Κομισιόν συνεχίζει αναφέροντας ότι είναι «καθήκον» της Επιτροπής «να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία του ευρωσυστήματος και του νομικού συστήματος της Ενωσης. Επί του παρόντος, αναλύουμε λεπτομερώς την απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και θα εξετάσουμε πιθανά επόμενα βήματα, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν την έναρξη διαδικασίας επί παραβάσει». Η Ευρωπαϊκή Ενωση, καταλήγει, «είναι μια κοινότητα αξιών και δικαίου, η οποία πρέπει να τηρείται και να προστατεύεται συνεχώς».

Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με διαρροές στα διεθνή πρακτορεία, η Αγκελα Μέρκελ, σε συνάντηση που είχε χθες με υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματός της, εξέφρασε την άποψη ότι το πρόβλημα που έχει ανακύψει είναι «επιλύσιμο» εάν παρασχεθούν οι εξηγήσεις που έχει ζητήσει το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο σχετικά με το πρόγραμμα PSPP. Υπενθυμίζεται πως το δικαστήριο, παρότι δέχθηκε ότι το PSPP δεν παραβιάζει την απαγόρευση της «νομισματικής χρηματοδότησης», έκρινε ότι το πρόγραμμα υπερβαίνει τις εξουσίες της τράπεζας και έδωσε προθεσμία τρεις μήνες στην ΕΚΤ να εξηγήσει γιατί δεν αποτελεί ένα δυσανάλογο μέτρο για την επίτευξη των στόχων της νομισματικής πολιτικής.  Επιπλέον, έκρινε ότι η γερμανική κυβέρνηση και η Βουλή δεν τήρησαν τη συνταγματική τους υποχρέωση να θέσουν την ΕΚΤ προ των ευθυνών της σχετικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.

Η κ. Μέρκελ, σύμφωνα με το Reuters, είπε ότι είναι κατανοητή η αντίδραση της Επιτροπής σχετικά με τον ρόλο του ΔΕΕ ως τελικού κριτή σε θέματα ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Χαρακτήρισε επίσης προβληματικό το γεγονός ότι η απόφαση της Καρλσρούης χαιρετίστηκε από άλλα κράτη-μέλη – μία έμμεση αναφορά στην Πολωνία, έναντι της οποία έχουν ενεργοποιηθεί διαδικασίες βάσει του άρθρου 7 της ΣΛΕΕ για υπονόμευση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Την περασμένη εβδομάδα, Γερμανοί βουλευτές συζήτησαν το ενδεχόμενο στελέχη της Bundesbank να εμφανιστούν ενώπιον του γερμανικού Κοινοβουλίου εντός της τρίμηνης προθεσμίας και να εξηγήσουν πώς το PSPP εντάσσεται στην προσπάθεια της ΕΚΤ να εκπληρώσει την εντολή της σχετικά με τον πληθωρισμό.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να εκκινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά ενός κράτους-μέλους ανεξαρτήτως τού ποιος εθνικός θεσμός έχει διαπράξει την παράβαση. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι τονίζουν πάντως ότι, παρότι θεωρητικά η Επιτροπή θα μπορούσε να ξεκινήσει άμεσα τη σχετική διαδικασία κατά της Γερμανίας, το ζήτημα είναι εξαιρετικά λεπτό, αφενός γιατί αφορά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, που είναι πρωταρχική ευρωπαϊκή αξία, αφετέρου επειδή δεν είναι καθόλου σαφές εάν υπάρχει τρόπος αποκατάστασης της νομιμότητας. Η γερμανική κυβέρνηση, άλλωστε, είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οποίες είναι τελεσίδικες. Οι ίδιοι αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την απόρριψη της μεθοδολογίας του ΔΕΕ από την Καρλσρούη ένα «βαρύ πλήγμα» στον διάλογο μεταξύ των εθνικών και του ευρωπαϊκού δικαστηρίου.

Τέλος, σημειώνεται ότι η ΕΚΤ έχει τη δυνατότητα να εκκινήσει και αυτή διαδικασίες κατά της Bundesbank σε περίπτωση που συμμορφωθεί –όπως οφείλει– με τυχόν επιταγή του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου να αναστείλει τη συμμετοχή της στην ποσοτική χαλάρωση. Βάσει του άρθρου 35.6 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, σε περίπτωση που η εθνική κεντρική τράπεζα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το καταστατικό και τις ευρωπαϊκές συνθήκες, η ΕΚΤ μπορεί να προσφύγει εναντίον της στο ΔΕΕ.