ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κρατική ενίσχυση 3 δισ. δολαρίων σε τρεις τουρκικές τράπεζες

gkat_32_1305_page_1_image_0001

Αντιμέτωπη με τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας και με μια νέα νομισματική κρίση, η Τουρκία επιχειρεί να τονώσει τον δανεισμό στην πραγματική οικονομία χορηγώντας ενέσεις κεφαλαίου σε τρεις μεγάλες κρατικές τράπεζες. Τα αναγκαία κεφάλαια θα προέλθουν από το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας, το Turkiye Varlik Fonu (TWF), που θα διοχετεύσει 21 δισ. τουρκικές λίρες, ποσό αντίστοιχο των 3 δισ. δολαρίων, στις TC Ziraat Bankasi, Turkiye Halk  Bankasi και Turkiye Vakflar Bankasi TAO.

Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, στόχος της κίνησης είναι να ενισχυθεί η κεφαλαιακή επάρκεια των κρατικών τραπεζών ώστε αυτές με τη σειρά τους να χορηγήσουν δάνεια ύψους 24 δισ. δολαρίων στην τουρκική αγορά. Ζητούμενο είναι, βέβαια, να περιορίσουν τον αντίκτυπο της πανδημίας στην οικονομία, που κινδυνεύει να διολισθήσει σε ύφεση. Στα ενημερωτικά τους δελτία προς την τουρκική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι Halkbank και Vakifbank αναφέρουν πως το κρατικό επενδυτικό ταμείο θα αγοράσει καινούργιες μετοχές τους ενώ παράλληλα το υπουργείο Οικονομικών θα χρηματοδοτήσει τις ενέσεις κεφαλαίου μέσω έκδοσης ομολόγων που θα πουλήσει στις εγχώριες τράπεζες.

Οι δύο κρατικές τράπεζες τόνισαν, άλλωστε, πως θα διαθέσουν τα νέα κεφάλαια για να στηρίξουν επιχειρήσεις του μεταποιητικού τομέα και των λιανικών πωλήσεων που επλήγησαν όταν ανεστάλη η οικονομική δραστηριότητα εξαιτίας της πανδημίας. Σύμφωνα με παράγοντες της τραπεζικής αγοράς, ο συνδυασμός όλων αυτών των κινήσεων θα διευκολύνει κάθε μία από τις τρεις τράπεζες να αυξήσει τον δανεισμό κατά 56 δισ. τουρκικές λίρες , ποσό αντίστοιχο των 8 δισ. δολαρίων. Αυτό σημαίνει ότι θα διατεθούν στην τουρκική οικονομία αθροιστικά περίπου 170 δισ. τουρκικές λίρες, ποσό αντίστοιχο των 24 δισ. δολαρίων, χωρίς άμεσο αντίκτυπο στην κεφαλαιακή επάρκεια των τριών τραπεζών. Αναλυτές της Credit Suisse εκτιμούν, πάντως, πως θα είναι περιορισμένη και παροδική η τόνωση που θα προσφέρει η αναμενόμενη αύξηση του δανεισμού στην τουρκική οικονομία.

Πρόκειται για τη δεύτερη ένεση κεφαλαίου που χορηγεί το τουρκικό δημόσιο στις κρατικές τράπεζες σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός έτους. Το ζητούμενο είναι να αυξήσουν οι κρατικές τράπεζες τον δανεισμό ώστε να αναπληρώσουν τη μείωση των πιστώσεων από τις ιδιωτικές τράπεζες, που έχουν επιβάλει αυστηρότερους όρους στις χορηγήσεις δανείων. Ο λόγος είναι ότι επιδεινώνεται διαρκώς η κεφαλαιακή επάρκεια των τουρκικών τραπεζών εν μέρει εξαιτίας της υποτίμησης κατά 15% που έχει σημειώσει από την αρχή του έτους η τουρκική λίρα έναντι του δολαρίου. Τις τελευταίες ημέρες η τουρκική λίρα σημείωσε ιστορικό χαμηλό υποχωρώντας κάτω και από τα επίπεδα στα οποία βρισκόταν στη νομισματική κρίση του 2018. Κυμαίνεται τώρα γύρω στις 7 τουρκικές λίρες προς ένα δολάριο.

Τυπικά, η κεφαλαιακή επάρκεια των μεγαλύτερων τουρκικών τραπεζών παραμένει βέβαια σε επίπεδα πάνω από τα όρια που έχει θέσει η εποπτική τραπεζική αρχή της Τουρκίας.

Είναι, ωστόσο, ορατός ο κίνδυνος νέου κύματος κόκκινων δανείων, αναπόφευκτου συνεπακόλουθου της πανδημίας και του δυσθεώρητου όγκου χρέους πολλών τουρκικών επιχειρήσεων που έχουν δανειστεί σε ξένο νόμισμα και βρίσκονται σε δεινή θέση λόγω της συνεχούς διολίσθησης της τουρκικής λίρας. Λίγες ώρες νωρίτερα, προτού ανακοινωθούν οι ενέσεις κεφαλαίου στις τουρκικές τράπεζες, η Τουρκία ήρε την απαγόρευση στη διενέργεια συναλλαγών σε τουρκικές λίρες που είχε επιβάλει στις Citigroup, UBS και BNP Paribas, τις οποίες είχε κατηγορήσει πως δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους έναντι Τούρκων εταίρων τους.

Η Αγκυρα ανακοίνωσε πως οι εν λόγω τράπεζες εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους. Ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν δεν παρέλειψε, πάντως, να επαναλάβει πως δεν θα μπορέσουν τα ξένα κέντρα να υπονομεύσουν την τουρκική οικονομία. Για πολλοστή φορά έχει αποδώσει τη νέα νομισματική κρίση σε υπονομευτικά σχέδια ξένων κέντρων που απεργάζονται την καταστροφή της Τουρκίας.