ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υπεραμύνεται της πολιτικής των αρνητικών επιτοκίων η ΕΚΤ

gkat_27_1405_page_1_image_0001

Στη διάρκεια των έξι ετών που έχουν παρέλθει από τον Ιούνιο του 2014, η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων δεν έχει επηρεάσει ούτε αρνητικά ούτε θετικά την οικονομική κατάσταση των τραπεζών της Ευρωζώνης. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες αποζημιώνονται με πολλούς και διάφορους τρόπους για τη μείωση της κερδοφορίας τους εξαιτίας των αρνητικών επιτοκίων, καθώς τα αρνητικά επιτόκια έχουν ταυτοχρόνως όχι μόνον επιζήμιες παρενέργειες αλλά και ευεργετικό αντίκτυπο. Αυτό υποστηρίζουν τουλάχιστον δύο οικονομολόγοι της ΕΚΤ, οι Μιγκέλ Μπουτσίνχα και Λορέντζο Μπουρλόν, οι οποίοι με σχετική μελέτη τους αναλαμβάνουν να  υπεραμυνθούν της πολιτικής της τράπεζας.

Ετσι, σε μια στιγμή που η ΕΚΤ βάλλεται από την επιθετική αμφισβήτηση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης, οι δύο οικονομολόγοι αντικρούουν τις επικρίσεις των ευρωπαϊκών και ιδιαιτέρως των γερμανικών τραπεζών πως τα έξι χρόνια των αρνητικών επιτοκίων έχουν πλήξει την κερδοφορία τους.

Οπως συμπεραίνουν σε σχετική μελέτη τους που διέρρευσε στη βρετανική εφημερίδα Financial Times, χάρη στην πολιτική των αρνητικών επιτοκίων, οι ευρωπαϊκές τράπεζες καταβάλλουν χαμηλότερους ή και καθόλου τόκους στις καταθέσεις των πελατών τους και στους ομολογιούχους τους, ενώ τα αρνητικά επιτόκια στις χορηγήσεις τούς δίνουν τη δυνατότητα να προβλέπουν μικρότερα ποσά έναντι μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Επωφελούνται, άλλωστε, από την εκτίναξη της ζήτησης για πιστώσεις αφού τα αρνητικά επιτόκια έχουν καταστήσει εξαιρετικά φτηνό τον δανεισμό. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, τα αρνητικά επιτόκια έχουν οδηγήσει σε αύξηση του δανεισμού κατά 0,7% ετησίως, έχουν δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη και έχουν ενισχύσει τον πληθωρισμό. Και τέλος, τα αρνητικά επιτόκια αυξάνουν την αξία των ομολόγων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια των ευρωπαϊκών τραπεζών.

Σύμφωνα με το σχετικό δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Financial Times, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ υποστηρίζουν πως η αμφιλεγόμενη πολιτική των αρνητικών επιτοκίων δεν έχει ουσιαστικά κανέναν αντίκτυπο στην κερδοφορία των τραπεζών, καθώς τα οφέλη εξουδετερώνουν τις επιπτώσεις και, επομένως, τα αρνητικά επιτόκια λειτουργούν ως «γενικά ουδέτερος» παράγων.

Η βρετανική εφημερίδα προεξοφλεί πως η εν λόγω μελέτη θα αιφνιδιάσει τους παράγοντες της τραπεζικής αγοράς και πιθανώς θα προκαλέσει αντιδράσεις. Σημειωτέον ότι δημοσιεύεται σε μια στιγμή που η ΕΚΤ καλείται από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης να δώσει εξηγήσεις για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η τράπεζα έχει αντιδράσει έντονα στη νέα γερμανική αμφισβήτηση διά στόματος της προέδρου, Κριστίν Λαγκάρντ, ότι είναι «ανεξάρτητος θεσμός, υπόλογος μόνο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο».

Τα πορίσματα της μελέτης των δύο οικονομολόγων της ενδέχεται, πάντως, να αμφισβητηθούν από ορισμένα τραπεζικά στελέχη, που παραπονούνται ότι ο κλάδος τους έχει αναγκαστεί να καταβάλει ποσό ύψους 25 δισ. ευρώ αθροιστικά. Αναφέρονται στα αρνητικά επιτόκια που από τον Ιούνιο του 2014 και μετά αναγκάζονται να καταβάλλουν στην ΕΚΤ οι ευρωπαϊκές τράπεζες για να διατηρούν τα κεφάλαιά τους στα ταμεία της. Πάγιο επιχείρημα των ευρωπαϊκών και ιδιαιτέρως των γερμανικών τραπεζών είναι πως η καταβολή αυτών των αρνητικών επιτοκίων διαβρώνει συστηματικά την κερδοφορία τους.

Είναι γεγονός ότι η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων αντιστρέφει τη συλλογιστική στην οποία βασίζεται ο χρηματοπιστωτικός τομέας, αφού αναγκάζει τις τράπεζες να πληρώνουν τόκο στην κεντρική τράπεζα αντί να αντλούν κέρδη από τον τόκο που θα τους καταβάλουν οι δανειολήπτες. Στοχεύει, πάντως, να εξωθήσει τις τράπεζες να αυξήσουν τον δανεισμό στην πραγματική οικονομία και, παράλληλα, να προσφέρει φθηνό χρήμα σε επιχειρήσεις και καταναλωτές.

Σημειωτέον ότι η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων έχει προκαλέσει ακραίες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας, με ορισμένους πολιτικούς να επιμένουν πως η ΕΚΤ ζημιώνει τους Γερμανούς μειώνοντας την αξία των αποταμιεύσεών τους. Προ ετών, άλλωστε, ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, είχε φτάσει στο σημείο να επιρρίψει στην ΕΚΤ και στην πολιτική των αρνητικών επιτοκίων την ευθύνη για την άνοδο του ακροδεξιού μορφώματος Εναλλακτική για τη Γερμανία.

Παράλληλα με τη μελέτη των οικονομολόγων της ΕΚΤ, η βρετανική εφημερίδα αναφέρεται και σε μιαν άλλη μελέτη που εκπόνησαν δύο οικονομολόγοι του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, οι Μάρκους Μπρουνμάιερ και Γαν Κόμπι, όπου επισημαίνουν πως πολλές από τις ευεργετικές παρενέργειες των αρνητικών επιτοκίων, όπως για παράδειγμα η ανατίμηση τίτλων στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, γίνονται αντιληπτές άμεσα ενώ οι επιζήμιες επιπτώσεις έχουν πολύ μεγαλύτερη διάρκεια.

Από την πλευρά της, η ΕΚΤ έχει αναγνωρίσει πως όσο περισσότερο διαρκέσει η περίοδος των αρνητικών επιτοκίων τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ανεπιθύμητων παρενεργειών. Οπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει, «στο υφιστάμενο περιβάλλον της νομισματικής ένωσης, πρέπει να καταγράφουν διαρκώς και πολύ προσεκτικά τον αντίκτυπο των αρνητικών επιτοκίων καθώς εισερχόμεθα βαθύτερα σε αχαρτογράφητες περιοχές».