ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο κορωνοϊός θα εκτινάξει το χρέος των πλούσιων χωρών στα επίπεδα της Ιταλίας

Ο κορωνοϊός θα εκτινάξει το χρέος των πλούσιων χωρών στα επίπεδα της Ιταλίας

Χρέος ύψους 17 τρισ. δολαρίων αναγκάζονται να επωμισθούν οι ανεπτυγμένες οικονομίες για να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας. Παράλληλα, όμως, μειώνονται τα φορολογικά τους έσοδα με αποτέλεσμα να εκτινάσσεται το χρέος τους στο 137% του ΑΕΠ τους, από το 109% στο οποίο ανέρχεται σήμερα.

Οι εκτιμήσεις ανήκουν στον ΟΟΣΑ, που προεξοφλεί εν ολίγοις ότι όλες οι πλούσιες χώρες-μέλη του θα έχουν σύντομα χρέος σε επίπεδα αντίστοιχα με της Ιταλίας. Ο διεθνής οργανισμός προεξοφλεί πως το 2020 ο οικονομικός αντίκτυπος της πανδημίας του κορωνοϊού θα είναι χειρότερος από εκείνον της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αναφέρεται στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση της διετίας 2008-2009, όταν το χρέος των χωρών-μελών του αυξήθηκε κατά 28% και έφτασε συνολικά στα 17 τρισ. δολάρια.

Στην τρέχουσα κρίση, τονίζει ο ΟΟΣΑ, οι περισσότερες κυβερνήσεις προσπαθούν να τονώσουν τις οικονομίες τους με δημοσιονομικά μέτρα που κυμαίνονται από το 1% του ΑΕΠ σε Γαλλία και Ισπανία μέχρι 6% στις ΗΠΑ. Η εκτίναξη του δημοσίου χρέους, όμως, θα υπερκαλύψει την όποια τόνωση της οικονομίας, καθώς τα φορολογικά έσοδα μειώνονται ταχύτερα και από την οικονομική δραστηριότητα σε περιπτώσεις βαθιάς ύφεσης.

Οπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, ένα χρέος στα επίπεδα του 137% του ΑΕΠ αντιστοιχεί κατά μέσον όρον σε 13.000 δολάρια ανά άτομο στο σύνολο των χωρών-μελών του. Είναι, άλλωστε, πιθανόν να αυξηθεί περαιτέρω το επίπεδο του χρέους, αν η ανάκαμψη αργήσει περισσότερο από όσο ελπίζουν οι οικονομολόγοι στην πλειονότητά τους.

Μιλώντας στους Financial Times, ο Ράνταλ Κρόσζνερ, πρώην στέλεχος της Federal Reserve, εκφράζει τον προβληματισμό του για το κατά πόσον θα είναι βιώσιμο ένα τέτοιο επίπεδο χρέος. Ο ίδιος θεωρεί πιθανή, άλλωστε, μια πολύ βαθιά ύφεση, που σημαίνει πως θα χρειαστεί αρκετός χρόνος για να επιστρέψουν οι ανεπτυγμένες οικονομίες στα προ της πανδημίας επίπεδα. Οπως τονίζει το σχετικό δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας, πριν από μία δεκαετία, όταν η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν ακόμη στον απόηχο της χρηματοπιστωτικής κρίσης και ήταν σε εξέλιξη η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, είχε επικρατήσει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ οικονομολόγων η άποψη ότι δεν είναι βιώσιμο οποιοδήποτε επίπεδο χρέους άνω του 90% του ΑΕΠ.

Οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν, βέβαια, πως δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια ένα τέτοιο όριο για το βιώσιμο χρέος. Δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν πως όταν το χρέος αρχίσει να αυξάνεται ανεξέλεγκτα, αρχίζει να υπονομεύει τις δαπάνες του ιδιωτικού τομέα, με αποτέλεσμα να επιβραδύνει την ανάπτυξη.

Οπως έχει τονίσει ο επικεφαλής του ΟΟΣΑ Ανχελ Γκουρία, στην τρέχουσα συγκυρία καμία χώρα δεν μπορεί και δεν πρέπει να δώσει προτεραιότητα σε ζητήματα δημοσιονομικής φύσης καθώς προέχει να αντιμετωπισθούν η πανδημία και ο ολέθριος αντίκτυπός της στις οικονομίες.

Για αυτό και οι χώρες είναι αναγκασμένες να αυξήσουν περαιτέρω τα έτσι κι αλλιώς υψηλά επίπεδα του χρέους τους. Αυτό, όμως, θα τις οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια κατάσταση παρεμφερή με εκείνη που αντιμετώπισε η Ιαπωνία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν «έσκασε η φούσκα» του χρηματοπιστωτικού της συστήματος. Εκτοτε το χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα απασχολούν μονίμως τις κυβερνήσεις της, καθώς αποτελούν μόνιμο πρόβλημα της ιαπωνικής οικονομίας. Το χρέος της έχει σταθεροποιηθεί τα τελευταία χρόνια σε επίπεδα γύρω στο 240% του ΑΕΠ της.