ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποφασισμένη να συνεχίσει το QE ακόμη και χωρίς την Bundesbank είναι η ΕΚΤ

gkat_27_2705_page_1_image_0002

Το άνευ προηγουμένου ενδεχόμενο να προωθήσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων χωρίς τη συνεισφορά της γερμανικής κεντρικής τράπεζας εξετάζει τώρα η ΕΚΤ. Σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Reuters, η τράπεζα εκπονεί σχέδια για το πώς θα προωθήσει το επίμαχο πρόγραμμα στην περίπτωση που το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας αναγκάσει το Βερολίνο να απόσχει. Στο ακραίο αυτό σενάριο, η ΕΚΤ θα κινήσει μιαν επίσης άνευ προηγουμένου νομική διαδικασία κατά της Bundesbank, που είναι και ο μεγαλύτερος μέτοχός της, προκειμένου να την επαναφέρει στο πρόγραμμα. Την πληροφορία αυτή έδωσαν στο Reuters πηγές προσκείμενες στην τράπεζα που, όμως, μίλησαν σε καθεστώς ανωνυμίας.

Οπως επισημαίνει το αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο, αν υλοποιηθεί το ακραίο αυτό σενάριο, θα πρόκειται πραγματικά για τη στιγμή της αλήθειας για το ευρώ. Και αυτό γιατί σε περίπτωση τέτοιας διαδικασίας θα δοκιμαστεί η δέσμευση της Γερμανίας στο ευρώ, η δέσμευση δηλαδή της χώρας που διαδραμάτισε τον σημαντικότερο ρόλο στη θέσπιση του ενιαίου νομίσματος, αλλά και της χώρας που το χρησιμοποίησε για να αντιμετωπίσει κάποιες βαθιά ριζωμένες επιφυλάξεις της γερμανικής κοινής γνώμης σχετικά με τις πολιτικές που ασκεί η ΕΚΤ.
Εχει προηγηθεί προ ολίγων εβδομάδων απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης, με την οποία καλεί την ΕΚΤ να δώσει μέχρι τον Αύγουστο εξηγήσεις για τις μαζικές αγορές κρατικών ομολόγων ή να συνεχίσει το πρόγραμμά της χωρίς την Bundesbank. Σημειωτέον, όμως, ότι η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 25% αυτών των αγορών ομολόγων. Οι περισσότερες πηγές που πρόσκεινται στην υπόθεση προεξοφλούν πως το νομικό θέμα που θέτει το δικαστήριο της Καρλσρούης θα διευθετηθεί από την ίδια την Bundesbank, που θα αποφανθεί υπέρ του προγράμματος της ΕΚΤ και παράλληλα θα απαντήσει στους προβληματισμούς για τις παρενέργειές του.

Τα στελέχη της ΕΚΤ, όμως, και οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της Ευρωζώνης προετοιμάζονται για την περίπτωση του «απίστευτου» σεναρίου να απαγορεύσει το δικαστήριο τη συμμετοχή της Bundesbank στο πρόγραμμα. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΚΤ ή ενδεχομένως ακόμη και οι άλλες κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης θα αναλάβουν την ποσόστωση που αναλογεί στην Bundesbank και θα αγοράσουν γερμανικά ομόλογα, τα λεγόμενα bunds. Στην περίπτωση αυτή, θα παραβιάζεται η αρχή που απαγορεύει «την από κοινού ανάληψη κινδύνου» στη διασφάλιση της οποίας επέμεινε η Bundesbank όταν εγκαινιάστηκε το πρόγραμμα το 2015 και αφορά τον περιορισμό που επιβάλλεται σε κάθε κεντρική τράπεζα να αγοράζει μόνον ομόλογα της κυβέρνησής της. Με τον περιορισμό αυτόν διασφαλίζεται πως η κοινή ανάληψη κινδύνου περιορίζεται μόνο στα ομόλογα που αγοράζει η ίδια η ΕΚΤ.

Από την αρχή της πανδημίας, η ΕΚΤ έχει περιορίσει τις αγορές γερμανικών ομολόγων και έχει επικεντρωθεί στα ομόλογα της Ιταλίας, καθώς η Ρώμη έχει υποστεί τις μεγαλύτερες πιέσεις στην αγορά ομολόγων, συνεπεία του βαρύτατου πλήγματος που έχει υποστεί από την πανδημία. Σε ό,τι αφορά την Bundesbank, τον Απρίλιο αγόρασε γερμανικά ομόλογα συνολικής αξίας 628 εκατ. ευρώ, που αντιπροσωπεύουν μόλις το 2,3% του συνόλου των αγορών κρατικών ομολόγων που κατεγράφησαν μέσα στον μήνα στο πλαίσιο του επίμαχου προγράμματος. Ακόμη, όμως, κι αν εγκαταλείψει η Bundesbank το πρόγραμμα, δεν πρόκειται να εξαιρεθούν τα bunds, αφού έχουν την υψηλότερη βαθμολογία πιστοληπτικής αξιολόγησης και βρίσκονται σε αφθονία γι’ αυτό και προσελκύουν τους επενδυτές. Η αποχώρηση της Γερμανίας από το πρόγραμμα θα επανέφερε τη φημολογία περί επικείμενης διάσπασης της Ευρωζώνης, την οποία έχει πολεμήσει με κάθε τρόπο η ΕΚΤ από την περίοδο 2010-2012 εν τω μέσω της κρίσης χρέους. Στο μεταξύ, η ΕΚΤ θα εγκαινίαζε διαδικασία προσφυγής κατά της Bundesbank, κατηγορώντας την ότι διακόπτοντας τις αγορές ομολόγων αθετεί τις υποχρεώσεις της ως μέλους του ευρωσυστήματος. Και αν δεν υπάρξει αλλαγή στάσης από την Bundesbank, τότε η ΕΚΤ θα αναγκαζόταν να παραπέμψει το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για πρώτη φορά από το 1999 και τη δημιουργία του ευρώ. Σημειωτέον ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί υπέρ του επίμαχου προγράμματος, αλλά η Καρλσρούη το αγνόησε.

Στο μεταξύ, ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας και μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, δηλώνει πως η τράπεζα σκοπεύει να επεκτείνει περαιτέρω το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων για να αντιμετωπίσει τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας. Μιλώντας σε συνέδριο στο Παρίσι, ο κ. Ντε Γκαλό τόνισε πως όσο ο πληθωρισμός παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω για καινοτομία αλλά και για δράση «ταχύτατα και δυναμικά». Εξέφρασε,  μάλιστα, την προσωπική του θέση ότι θα ήθελε περαιτέρω χαλάρωση του ορίου των 750 δισ. ευρώ για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, το οποίο και χαρακτήρισε «αριστούργημα».