ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εντονος κρατικός παρεμβατισμός στη γερμανική οικονομία

gkat_27_3005_page_1_image_0001

Η πανδημία του κορωνοϊού φαίνεται να έχει αποτελέσει τον καταλύτη στην εφαρμογή ενός στρατηγικού σχεδίου μετασχηματισμού της γερμανικής οικονομίας σε ένα μοντέλο κρατικού καπιταλισμού. Ενός σχεδίου που κυοφορούνταν εδώ και πολύ καιρό στο μυαλό του Γερμανού υπουργού Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ, αλλά παρέμενε θαμμένο σε κάποιο συρτάρι στα γραφεία της γερμανικής κυβέρνησης.

Η απόφαση για τη δέσμη μέτρων ύψους 600 δισ. ευρώ ελήφθη, βέβαια, εσπευσμένα μέσα στον Μάρτιο, όταν τα κρούσματα αυξάνονταν και η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας έπληττε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Δεν συνέβη, όμως, το ίδιο για τη γενικότερη  αντίδραση του Βερολίνου στη νέα κρίση.

Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, πρόκειται για σχέδιο που είχε παρουσιασθεί από το περασμένο έτος αλλά απερρίφθη ως υπερβολικά ριζοσπαστικό τόσο για το πολιτικό όσο και για το επιχειρηματικό κατεστημένο της χώρας. Υπό την πίεση της πανδημίας και της συνεπακόλουθης κρίσης, όμως, ψηφίστηκε τον Μάρτιο με συνοπτικές διαδικασίες και έγινε αμέσως νόμος του γερμανικού κράτους. Βάσει αυτού του σχεδίου η καγκελάριος δρομολογεί τον πλέον θεαματικό ανασχηματισμό που έχει γνωρίσει η γερμανική οικονομία μετά τη μεταπολεμική αναμόρφωσή της.

Οταν θα το έχει ολοκληρώσει, η Γερμανία θα λειτουργεί πλέον με ένα είδος κρατικού καπιταλισμού που έχει δανειστεί στοιχεία από τη Γαλλία και έχει εμπνευστεί ελαφρώς από την οικονομική επιτυχία της Κίνας. Βάσει του νέου μοντέλου, τα κυβερνητικά στελέχη θα έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης στην οικονομία: θα επιλέγουν νικητές και ηττημένους μεταξύ των επιχειρήσεων, θα προωθούν την ανάπτυξη νέων κλάδων και θα μεθοδεύουν την ανάδειξη εθνικών πρωταθλητών.

Εχει εκλείψει πλέον το ταμπού που απαγόρευε στο γερμανικό κράτος να αγοράζει μερίδια σε επιχειρήσεις και προπαντός έχει εγκαταλειφθεί, προσωρινά τουλάχιστον, η πολιτική του μηδενικού ελλείμματος και του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Το στρατηγικό πρόγραμμα προβλέπει, άλλωστε, μέτρα για την προστασία των επιχειρήσεων από τον ξένο ανταγωνισμό, μείωση της εξάρτησης από την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα και τόνωση της εγχώριας βιομηχανίας.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Bloomberg, όλα αυτά σημαίνουν πως η κρατική ενίσχυση ύψους 9 δισ. ευρώ στη Lufthansa, το 20% της οποίας περιέρχεται στον έλεγχο της κυβέρνησης, δεν είναι παρά η αρχή. Η συμφωνία για την εν λόγω κρατική ενίσχυση διασφάλισε τη διά αέρος σύνδεση της Γερμανίας με τον έξω κόσμο.

Παράλληλα, όμως, δίνει τις συντεταγμένες του σχεδίου με το οποίο σκοπεύει η κυβέρνηση Μέρκελ να κινεί την οικονομία στη μετά την πανδημία εποχή. Η κρατική ενίσχυση στη Lufthansa πήρε την έγκριση του νέου ταμείου οικονομικής σταθερότητας της Γερμανίας (WSF) που έχει αρχικά κεφάλαια ύψους 100 δισ. ευρώ από τα χρήματα των φορολογουμένων και θα τα επενδύει άμεσα σε επιχειρήσεις.

Σε ορισμένες περιπτώσεις θα αγοράζει επιχειρήσεις, αν αυτό κριθεί αναγκαίο. Θεσπίστηκε τον Μάρτιο, εκείνες τις ίδιες ημέρες που λαμβάνονταν αποφάσεις με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. Το σκεπτικό του, όμως, και η ευρύτερη στρατηγική που εξυπηρετεί είχαν σχεδιασθεί εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο. Και ο αρχιτέκτονας του σχεδίου αυτού ήταν ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ.

Ο κ. Αλτμάιερ είχε θορυβηθεί από όσα του μετέφεραν Γερμανοί επιχειρηματίες για τον επιθετικό ανταγωνισμό που αντιμετώπιζαν από ξένες επιχειρήσεις και αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Την απάντησή του στις ανησυχίες τους παρουσίασε ένα χρόνο πριν από την πανδημία, τον Φεβρουάριο του 2019, και ορισμένα τμήματά της τα είχε συντάξει μόνος του.

Το πλαίσιο αυτής της νέας βιομηχανικής πολιτικής της Γερμανίας προβλέπει πρώτα απ’ όλα έναν ενισχυμένο ρόλο της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις στις τεχνολογίες αιχμής, όπως για παράδειγμα στην τεχνητή νοημοσύνη, στις μπαταρίες για τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα και στην καθαρή ενέργεια. Πρωτίστως προβλέπει αυτό που θέλησε ο κ. Αλτμάιερ, τους στενούς δεσμούς με τη βιομηχανία, προκειμένου να επιτύχει την ανάπτυξη εγχώριων βιομηχανιών παγκόσμιας κλίμακας. Οταν παρουσίασε για πρώτη φορά το σχέδιό του, τόνισε πως αυτό θα βοηθήσει τη Γερμανία να εξελιχθεί «από παρατηρητής μιας διαδικασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη στις ΗΠΑ και στην Κίνα, σε παράγοντα που διαμορφώνει τις καταστάσεις».

Οπως τονίζει το Bloomberg, το φιλόδοξο σχέδιό του δέχθηκε καταιγισμό επικρίσεων. Η μεγάλη μάζα των οικογενειακών επιχειρήσεων το χαρακτήρισαν δώρο στις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ νομικοί του κυβερνώντος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος κατέστησαν σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένοι να εκχωρήσουν τόσες εξουσίες στην κυβέρνηση. Και βέβαια οι εταίροι από την Ε.Ε. εξέφρασαν την ανησυχία τους καθώς είδαν να αναδύεται ένας νέος προστατευτισμός με μια προσέγγιση του τύπου «πρώτα η Γερμανία».

Ο κ. Αλτμάιερ αναγκάστηκε, έτσι, σε αναδίπλωση, και τον Νοέμβριο παρουσίασε μια ηπιότερη εκδοχή του ιδίου προγράμματος. Η πρωτοβουλία του είχε θαφτεί, αλλά την ανέστησε η πανδημία του κορωνοϊού. Με τη νέα προσέγγισή της, η Γερμανία δείχνει αποφασισμένη για τολμηρά στοιχήματα σε σχέση με το οικονομικό της μέλλον, αλλά πιστά στις παραδόσεις της Γερμανίας. Στην περίπτωση της Lufthansa, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με τη συμφωνία «έστειλε ένα πειστικό μήνυμα ότι εξακολουθεί να υποστηρίζει την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αλλά επίσης και ότι είναι πρόθυμη να υπερασπιστεί την τεχνολογική και οικονομική κυριαρχία της χώρας», όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο κ. Αλτμάιερ όταν ανακοίνωσε την κρατική ενίσχυση.