ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ανάπτυξη έως 3% φέτος για την κινεζική οικονομία

anaptyxi-eos-3-fetos-gia-tin-kineziki-oikonomia-2381163

Ενώ οι περισσότερες οικονομίες του πλανήτη οδεύουν προς ύφεση, η Κίνα φαίνεται πως είναι μία από τις ελάχιστες χώρες που θα εμφανίσουν ανάπτυξη φέτος. Η χώρα που επλήγη πρώτη από την επιδημία του νέου κορωνοϊού θα είναι, άλλωστε, και η πρώτη της οποίας οι επιχειρήσεις θα ανακάμψουν, καθώς επιστρέφουν στη δραστηριότητα.

Αυτό εκτιμούν οικονομολόγοι του ΔΝΤ, παρά τις γενικότερες επιφυλάξεις άλλων οικονομολόγων, που βλέπουν αφενός τις εντάσεις με την Ουάσιγκτον και αφετέρου τις εγγενείς παθογένειες της δεύτερης οικονομίας στον κόσμο. Ο ρυθμός ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας θα είναι φέτος θεαματικά μικρότερος όχι μόνον από τους εντυπωσιακούς αριθμούς που εμφάνιζε τα τελευταία χρόνια, αλλά και από τον στόχο του 6%, που είχε θέσει για το 2020 η κινεζική ηγεσία μέχρι πριν από μερικούς μήνες.

Το πλήγμα που έχει δεχθεί από την πανδημία είναι σαφώς καίριο και αντανακλάται στην πρωτοφανή απόφαση που έλαβε προ ημερών το Πεκίνο και για πρώτη φορά έπειτα από περίπου δύο δεκαετίες, να μη θέσει τελικά στόχο για την ανάπτυξη σε ό,τι αφορά το τρέχον έτος.

Σύμφωνα, όμως, με τις τελευταίες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η κινεζική οικονομία πρόκειται να σημειώσει ανάπτυξη φέτος μόλις πάνω από το 1%, που ωχριά, βεβαίως, μπροστά στους ρυθμούς που μας είχε συνηθίσει ο ασιατικός οικονομικός γίγαντας. Την ίδια στιγμή, εξάλλου, η παγκόσμια οικονομία αναμένεται να συρρικνωθεί κατά 3% φέτος ενώ το αμερικανικό ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 6%. Σε ό,τι αφορά, άλλωστε, την Ευρωζώνη, οι τελευταίες εκτιμήσεις της ΕΚΤ, όπως τις εξέφρασε την περασμένη εβδομάδα η πρόεδρος της τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, μιλούν για ύφεση από 8% έως 12%. Αυτό δεν αναιρεί, όμως, ότι οι περισσότερες ξένες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κίνα εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για την κινεζική αγορά. Ο Γεργκ Βούτκε, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου στην Κίνα, τονίζει πως οι επιχειρήσεις δεν θέλουν να φύγουν από την Κίνα, «γι’ αυτό και ζητούν περισσότερα και μπαίνουν όλο και βαθύτερα στην αγορά της».

«Οι άνθρωποι εξακολουθούν να ενδιαφέρονται να επενδύσουν στην Κίνα και να θέλουν να τοποθετηθούν στην κινεζική αγορά», σχολίασε σε τηλεφωνική συνέντευξή του στο δίκτυο CNBC o Γουόλτερ Λόμαν, διευθυντής του Κέντρου Ασιατικών Μελετών στο Heritage Foundation, από το οποίο προέρχονται ορισμένοι από τους συνεργάτες του Αμερικανού προέδρου.

Νέα ένταση

Η πανδημία του κορωνοϊού και η νέα ένταση στη σχέση με την Ουάσιγκτον έχουν περιορίσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις στην Κίνα. Οι επιχειρήσεις, βέβαια, που δραστηριοποιούνται στη δεύτερη οικονομία του κόσμου έχουν ήδη επενδύσει συμφέροντά τους στην κινεζική αγορά και δεν πρόκειται να τα εγκαταλείψουν γρήγορα.

Σύμφωνα με αναλυτές της εταιρείας ερευνών Gavekal Dragonomics, οι πωλήσεις αμερικανικών επιχειρήσεων στην Κίνα υπερβαίνουν προ πολλού τα 450 δισ. δολάρια, όταν οι πωλήσεις κινεζικών επιχειρήσεων εντός ΗΠΑ δεν ξεπερνούν τα 50 δισ. δολάρια.

Αν, πάντως, οι κινεζικές αρχές απέφυγαν να θέσουν στόχο για τον ρυθμό ανάπτυξης, δεν ισχύει το ίδιο για κάποιους άλλους σημαντικούς δείκτες της οικονομίας. Εθεσαν, για παράδειγμα, στόχους για την ανεργία και την αντιμετώπισή της.

Πολλοί οικονομολόγοι εκτιμούν πως, αφαιρώντας τον ποσοτικό στόχο της ανάπτυξης, το Πεκίνο έχει την ευκαιρία να βελτιώσει την ποιότητα της ανάπτυξης. Προβλέπουν, έτσι, ότι η κινεζική οικονομία θα αναπτυχθεί από 1% έως 3%. Η ανάπτυξη παραμένει, άλλωστε, απόλυτη προτεραιότητα για την αυταρχική ηγεσία της Κίνας, που επιδιώκει την κοινωνική σταθερότητα. Την περασμένη εβδομάδα, ο Κινέζος πρωθυπουργός, Λι Κετσιάνγκ, υπογράμμισε πως η Κίνα παραμένει ανοικτή στις ξένες επενδύσεις. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η νέα ένταση με την Ουάσιγκτον προβληματίζει.

Μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο CNBC ο Τομ Ράφερτ, επικεφαλής της μονάδας Intelligence του Economist, τόνισε πως «έτσι όπως διαμορφώνονται τα πράγματα αλλά και η σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα, οι επιχειρήσεις πρέπει να το λάβουν υπόψη τους». Οπως εξηγεί ο ίδιος, ο εμπορικός πόλεμος που κήρυξε στην Κίνα πριν από τρία χρόνια ο πρόεδρος Τραμπ εξελίχθηκε σε τεχνολογικό πόλεμο και τώρα μετατρέπεται σε χρηματοπιστωτικό πόλεμο. Προέβλεψε μάλιστα πως η Ουάσιγκτον θα επιβάλει κυρώσεις σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Κίνας.

Σύμφωνα, άλλωστε, με τον Τζορτζ Φρίντμαν, πρόεδρο της ηλεκτρονικής επιθεώρησης Geopolitical Futures, «το πρόβλημα της Κίνας είναι ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές χώρες, η μία είναι οι μητροπόλεις της, που ανήκουν στον πολιτισμένο κόσμο, και η υπόλοιπη χώρα, που ανήκει στον Τρίτο Κόσμο». Ο ίδιος αμφιβάλλει για το αν θα μπορέσει η Κίνα να μειώσει τη φτώχεια παρά την οικονομική της ανάπτυξη.