ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής «κακής τράπεζας» εξετάζει η ΕΚΤ

ti-dimioyrgia-mias-eyropaikis-kakis-trapezas-exetazei-i-ekt-2381164

Την ιδέα μιας κακής τράπεζας που θα απαλλάξει τις τράπεζες της Ευρωζώνης από τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού, φαίνεται πως εξετάζει η ΕΚΤ. Ο λόγος είναι η επιβάρυνση που έχει υποστεί στο σύνολό του ο τραπεζικός τομέας της Ευρωζώνης εξαιτίας της πανδημίας. Ενδεχομένως, όμως, η ΕΚΤ έχει διαπιστώσει ότι δεν μπορεί πλέον να διασφαλιστεί το επίπεδο των βασικών κεφαλαίων των τραπεζών μόνο με τα υφιστάμενα μέτρα όπως το εμπάργκο στη χορήγηση μερισμάτων, η χαλάρωση των απαιτήσεων κεφαλαιακής επάρκειας και τα απαιτούμενα επίπεδα ρευστότητας.

Οι εκτιμήσεις ανήκουν στον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s και βασίζονται σε μια επιστολή του Αντρέα Ενρια, προέδρου της Τραπεζικής Εποπτικής Αρχής (ΕΒΑ) της Τράπεζας προς τον Γερμανό βουλευτή Φρανκ Σάφλερ. Στην επιστολή αυτή ο επικεφαλής της ΕΒΑ δηλώνει υπέρμαχος της δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής κακής τράπεζας. Διευκρινίζει, βέβαια, ότι η ΕΚΤ δεν έχει διαμορφώσει οριστική θέση επί του θέματος, μολονότι στο πλαίσιο της έκθεσης για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αναφέρει τη χρησιμότητα που θα είχε μια κακή τράπεζα ως μέσο για να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οπως επισημαίνει ο οίκος Moody’s, μια κακή τράπεζα θα ενίσχυε τη θέση των ευρωπαϊκών τραπεζών σε ό,τι αφορά την πιστοληπτική τους ικανότητα δεδομένου ότι προϋποθέτει κάποιο βαθμό στήριξης των τραπεζών από τις κυβερνήσεις, ενώ θα περιφρουρήσει τη φερεγγυότητά τους και θα αποτρέψει τυχόν πτωχεύσεις. Παραμένουν, πάντως, τα εμπόδια στη θέσπιση ενός τέτοιου εργαλείου σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν υποθέσουμε ότι έχουν εκλείψει τα νομικά προσκόμματα, υπάρχει πάντα το πρόβλημα του πολιτικού κόστους που θα συνεπαγόταν ένα τέτοιο εγχείρημα καθώς θα βασιζόταν στα χρήματα των φορολογουμένων.

Σύμφωνα με τη Moody’s, η ΕΚΤ επιδιώκει να επιβάλει μεν στις τράπεζες κανόνες συνετής διαχείρισης, παράλληλα όμως προσπαθεί να επιδείξει την απαιτούμενη ευελιξία ώστε να τις βοηθήσει να διαχειριστούν τις επιπτώσεις της πανδημίας. Ως εκ τούτου, σκοπεύει να επιδείξει ανοχή αν κρίνει αναγκαίο να παραβιαστούν έως έναν βαθμό οι υφιστάμενοι κανόνες. Γι’ αυτό και εξέδωσε, άλλωστε, προσφάτως κατευθυντήριες γραμμές σχετικές με τη δημοσιοποίηση των οικονομικών αποτελεσμάτων των τραπεζών (IFRS9) ώστε να αποφευχθεί μια μεγάλη αύξηση των κόκκινων δανείων και των συνεπακόλουθων ζημιών, που να υπερεκτιμά τον αντίκτυπο της τρέχουσας κρίσης, αλλά και μια υπερβολική αύξηση των επισφαλών στοιχείων ενεργητικού.

Η Moody’s θεωρεί αποτελεσματική αλλά και επαρκή αυτή τη στρατηγική της ΕΚΤ, υπό τον όρο βέβαια ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα αντιμετωπίσουν μόνο ένα βραχύβιο οικονομικό πλήγμα που δεν θα μεταφραστεί σε πλήρη κρίση και δεν θα προκαλέσει εκτίναξη των κόκκινων δανείων. Γιατί, όπως τονίζει, κάτι τέτοιο θα έπληττε την φερεγγυότητα των τραπεζών και τη δυνατότητά τους να στηρίξουν την πραγματική οικονομία.

Δεδομένου, όμως, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα τέτοιο ακραίο σενάριο, μάλλον η Τράπεζα εξετάζει όλες τις επιλογές της αρκετά νωρίς, προτού φανεί τι ακριβώς θα συμβεί με τα κόκκινα δάνεια. Οι εξελίξεις στο μέτωπο των κόκκινων δανείων συνήθως γίνονται αντιληπτές με κάποια καθυστέρηση σε μια κρίση.

Οπως τονίζει η Moody’s, η λύση μιας κακής τράπεζας είναι αποτελεσματική όταν τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού δεν πλήττουν σε μεγάλο βαθμό τη φερεγγυότητά της. Αυτό όμως δεν ισχύει πάντα, γι’ αυτό και πολλές φορές οι τράπεζες αναγκάζονται να ζητήσουν κάποιας μορφής κρατική ενίσχυση. Σημειωτέον ότι ο κ. Ενρια υποστηρίζει από το 2017 τη δημιουργία μιας πανευρωπαϊκής κακής τράπεζας, που θα δίνει σε κάθε χώρα-μέλος της Ε.Ε. τη δυνατότητα να αγοράζει τα προβληματικά στοιχεία ενεργητικού από όσες τράπεζές της αναφέρουν κόκκινα δάνεια πάνω από ένα προκαθορισμένο όριο.