ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΗΠΑ και Ευρώπη βάζουν φραγμούς σε επιχειρηματική επέλαση από Κίνα

ipa-kai-eyropi-vazoyn-fragmoys-se-epicheirimatiki-epelasi-apo-kina-2384197

Οταν το 1914 ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έδωσε ένα σαρωτικό τέλος στο πρώτο κύμα της παγκοσμιοποίησης, οι τότε ανεπτυγμένες οικονομίες αναδιπλώθηκαν σε ένα είδος οικονομικού εθνικισμού, διαρρηγνύοντας τους εμπορικούς δεσμούς που είχαν αναπτύξει επί περίπου πέντε δεκαετίες. Εύκολα βλέπει κανείς αναλογίες με την τρέχουσα κατάσταση, παρατηρώντας τις φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονται στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, με την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. και την υπερδύναμη υπό τον Ντόναλντ Τραμπ να εγκαταλείπει πολυμερείς συμφωνίες και να υπονομεύει διεθνείς οργανισμούς.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε, όμως, είναι ότι οι  μεγαλύτερες από τις ανεπτυγμένες οικονομίες του πλανήτη αναθεωρούν ειδικότερα τη σχέση τους με την Κίνα. Για την ακρίβεια, επιχειρούν, με σημαντική καθυστέρηση, να ανακόψουν την επέλασή της και να απεξαρτηθούν από αυτήν.

Με ασυνήθη συγχρονισμό, Βρυξέλλες, Ουάσιγκτον, αλλά και Λονδίνο, αναπτύσσουν γραμμές άμυνας έναντι της επέλασης του Πεκίνου, που εν μέσω της πανδημίας κατά κάποιον τρόπο βάλλεται σε τρία μέτωπα. Η προσπάθεια είναι απότοκος προβληματισμού ετών που ενέσπειρε  στον δυτικό κόσμο η  Κίνα αφότου λίγο μετά την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, στα τέλη του 2001, άρχισε να χρηματοδοτεί επιχειρήσεις της που επέδειξαν ασυνήθη βουλιμία για τις δυτικές βιομηχανίες.

Αρχής γενομένης από το 2003 και με την αμέριστη οικονομική στήριξη του Πεκίνου, οι κινεζικές εταιρείες εξαγοράζουν αδιάκοπα ευρωπαϊκές και αμερικανικές επιχειρήσεις με κλιμακούμενη συχνότητα και κλιμακούμενη αξία. Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη είχε σημάνει συναγερμός όταν οι κινεζικές επιχειρήσεις αποδύθηκαν σε ένα επιθετικότατο κύμα εξαγορών ευρωπαϊκών περιουσιακών στοιχείων στρατηγικής σημασίας από κρίσιμες υποδομές, όπως λιμάνια και δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι τεχνολογίες αιχμής.

Η ανησυχία κλιμακώθηκε, όμως, από την πανδημία, καθώς έδρασε σαν καταλύτης τόσο για την Ευρώπη όσο και για τις ΗΠΑ. Η Ευρώπη κινητοποιήθηκε όταν πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες βρέθηκαν σε δεινή θέση με την αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας και παράλληλα υποχώρησε η χρηματιστηριακή αξία τους, καθιστώντας τες εύκολη λεία στις ορέξεις κινεζικών μεγαθηρίων που έχουν την οικονομική στήριξη του Πεκίνου. Εξώθησε, έτσι, την Ε.Ε. να αναθεωρήσει θεμελιώδεις αρχές και θέσφατα της πολιτικής της, όπως η εναντίωσή της στις κρατικές ενισχύσεις. Από τον Μάρτιο και με την πτώση των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, η Κομισιόν γνωστοποίησε στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ότι αναστέλλει προσωρινά την απαγόρευση κατά των κρατικών ενισχύσεων. Ενθάρρυνε μάλιστα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποκτήσουν μερίδια σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες τους προκειμένου να διασφαλίσουν ότι δεν θα βρεθούν σε ξένα χέρια. Μέσα στην εβδομάδα προχώρησε σε ένα πολύ πιο αποφασιστικό βήμα. Παρουσίασε Λευκή Βίβλο με την οποία επιχειρεί να θωρακίσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις όταν αυτές βρίσκονται στο στόχαστρο εταιρειών τρίτων χωρών και ιδιαιτέρως εταιρειών που επιδοτούνται από τις κυβερνήσεις τους. Είναι περισσότερο από προφανές ότι στο στόχαστρό της βρίσκεται η Κίνα. Οπως τόνισε, είναι σαφές ότι υπήρχε κενό στην ευρωπαϊκή πολιτική περί κρατικών ενισχύσεων εφόσον δεν προέβλεπε τίποτε για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούν τρίτες χώρες σε επιχειρήσεις τους με αποτέλεσμα να αποκτούν αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Εφεξής η Κομισιόν επεκτείνει το εύρος της πολιτικής της για τις κρατικές ενισχύσεις και θα εξετάζει κάθε προτεινόμενη επένδυση σε ευρωπαϊκή επιχείρηση από εταιρεία τρίτης χώρας, σταθμίζοντας τα οφέλη και τις επιπτώσεις. Στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι της, επιφυλάσσεται να εμποδίζει μια εξαγορά ευρωπαϊκής επιχείρησης.

Αυστηρότερο πλέον το θεσμικό πλαίσιο στη Βρετανία 

Εν μέρει υπό την πίεση της Ουάσιγκτον και εν μέρει από μια ανησυχία ανάλογη εκείνης των Βρυξελλών, η Βρετανία κινείται παράλληλα με την Κομισιόν για να ανακόψει την επέλαση της Κίνας στις επιχειρήσεις της. Στις αρχές του μήνα, η κυβέρνηση Τζόνσον παρουσίασε τη νέα νομοθεσία που θα αποτρέπει την εξαγορά βρετανικών επιχειρήσεων όταν εκτιμάται ότι υπάρχει κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια. Οι βρετανικές επιχειρήσεις υποχρεούνται πλέον να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές όταν μια ξένη εταιρεία επιχειρεί να εξαγοράσει ποσοστό τους άνω του 25%. Η προηγούμενη νομοθεσία που είχε προωθήσει η κυβέρνηση της Τερέζα Μέι εναπέθετε στη διακριτική ευχέρεια των βρετανικών εταιρειών να ενημερώσουν σχετικά το κράτος. Ο ρόλος της πανδημίας ήταν ορατός και στην περίπτωση της Βρετανίας, όταν ο επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων, Τομ Τούγκεντχατ, δήλωσε ενώπιον δημοσιογράφων ότι «η ύφεση θα έχει δυσανάλογο αντίκτυπο και θα αφήσει τις επιχειρήσεις μας περισσότερο από ποτέ εκτεθειμένες στον κίνδυνο εξαγορών από εταιρείες που έχουν τη στήριξη των κυβερνήσεών τους». Λίγες ημέρες νωρίτερα, άλλωστε, κυβερνητικοί αξιωματούχοι είχαν επιβεβαιώσει τα σχέδια της κυβέρνησης Μπόρις Τζόνσον να αποκλείσει την κινεζική Huawei από τα βρετανικά δίκτυα κινητής τηλεφωνίας πέμπτης γενιάς.

Αλλά και οι χώρες της Ε.Ε. δεν έμειναν αδρανείς περιμένοντας τις πρωτοβουλίες της Κομισιόν. Η Ιταλία, η ευρωπαϊκή χώρα που επλήγη στον μέγιστο βαθμό από την πανδημία, ανακοίνωσε από τις αρχές Απριλίου αυστηρότερους ελέγχους στις προτεινόμενες εξαγορές ιταλικών επιχειρήσεων από ξένες εταιρείες. Η κυβέρνηση Κόντε ανακοίνωσε μάλιστα ιδιαίτερα αυστηρή εποπτεία σε κρίσιμους τομείς όπως οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές, ο κλάδος της ενέργειας και των υπηρεσιών υγείας. Στους κλάδους αυτούς  εξετάζονται πλέον διεξοδικώς οι προτεινόμενες εξαγορές ακόμη και όταν προέρχονται από επιχειρήσεις της Ε.Ε. αν αφορούν μερίδια εταιρειών άνω του 10%. Ακόμη νωρίτερα, από τα μέσα Μαρτίου, η Ισπανία ανακοίνωσε ότι επενδυτές από χώρες εκτός Ε.Ε. οφείλουν να ζητούν την άδεια της κυβέρνησης όταν ενδιαφέρονται να εξαγοράσουν μερίδιο άνω του 10% σε ισπανική επιχείρηση. Και βέβαια, η γερμανική κυβέρνηση που έχει ήδη επιβάλει προ διετίας αυστηρότερους ελέγχους στις εξαγορές γερμανικών επιχειρήσεων από ξένες εταιρείες, έχει δηλώσει αποφασισμένη να εμποδίσει οποιαδήποτε συμφωνία «ενδέχεται να παρεμβάλλεται» στα συμφέροντα της χώρας και να προστατεύσει τις γερμανικές επιχειρήσεις εμποδίζοντας την εξαγορά τους από εταιρείες χωρών εκτός Ε.Ε.

Ο φόβος των Ευρωπαίων πως η πανδημία έχει ανοίξει περισσότερο την όρεξη των κινεζικών επιχειρήσεων κάθε άλλο παρά αβάσιμος ήταν. Από τις αρχές Απριλίου διεθνείς τράπεζες ανέφεραν αυξημένα αιτήματα χρηματοδότησης από κινεζικές επιχειρήσεις που ενδιαφέρονταν να εξαγοράσουν εταιρείες στην Ευρώπη.

Στα πρόθυρα νέου εμπορικού πολέμου Ουάσιγκτον και Πεκίνο 

ipa-kai-eyropi-vazoyn-fragmoys-se-epicheirimatiki-epelasi-apo-kina0
H πανδημία αποτέλεσε αφορμή για τις ΗΠΑ να επισπεύσουν την απεξάρτηση της οικονομίας τους από την παραγωγή της Κίνας.

Αμερικανικά έντυπα που ασκούν επιρροή και συχνά αντανακλούν την επικρατούσα άποψη στους πολιτικούς κύκλους της Ουάσιγκτον, όπως το Foreign Affairs και το Foreign Policy, αφιερώνουν εκτεταμένα δημοσιεύματα στην επικείμενη αποσύνδεση ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Τη θεωρούν κατά κάποιον τρόπο δεδομένη, έστω κι αν επιχειρούν να την αποτρέψουν κινδυνολογώντας για τις συνέπειές της.

Μιλώντας την περασμένη Τετάρτη ενώπιον επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Αμερικανός εκπρόσωπος Εμπορίου, Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον δεν εξετάζει πραγματικά την προοπτική πλήρους αποσύνδεσης της οικονομίας της από την οικονομία της Κίνας. Διαψεύσθηκε, όμως, μόλις μία ημέρα αργότερα από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επανέλαβε την απειλή πως θα διακόψει κάθε δεσμό με τη δεύτερη οικονομία στον πλανήτη και δεύτερο πιστωτή των ΗΠΑ, μετά την Ιαπωνία.

Από την έναρξη της πανδημίας, οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη βρίσκονται αναμφίβολα στη χειρότερη κατάσταση που έχουν γνωρίσει εδώ και χρόνια. Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγορεί το Πεκίνο για παραπληροφόρηση σε ό,τι αφορά τον κορωνοϊό. Το βέβαιο είναι, όμως, ότι η πανδημία κατέστησε ορατή και ανάγλυφη την εξάρτηση της αμερικανικής οικονομίας όπως, άλλωστε, και της παγκόσμιας οικονομίας, από την Κίνα.

Από τη στιγμή που η Κίνα επέβαλε καραντίνα και ανέστειλε την οικονομική δραστηριότητα σε ολόκληρες πόλεις και περιφέρειες, βιομηχανίες κάθε είδους τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον υπόλοιπο κόσμο δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν. Οπως χαρακτηριστικά δήλωσε η Μπεάτα Γιαβόρσικ, επικεφαλής των οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, «μπήκε σε καραντίνα μια επαρχία της Κίνας και ξαφνικά οι βιομηχανίες όλου του κόσμου έμειναν χωρίς προμήθειες». Γι’ αυτό και μέσα στην εβδομάδα ο Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ τόνισε την ανάγκη να επιστρέψει στις ΗΠΑ μεγάλο μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν πως η πανδημία έφτασε μεν την κατάσταση στα άκρα, αλλά ταυτοχρόνως έδωσε στην αμερικανική κυβέρνηση το ιδεώδες πρόσχημα για να επισπεύσει ένα σχέδιο που ήδη βρισκόταν στα σκαριά: την απομάκρυνση από την Κίνα και την απεξάρτηση από την παραγωγή της.

Σε ό,τι αφορά την κινεζική επέλαση στις αμερικανικές επιχειρήσεις, έχει αναλάβει να την ανακόψει η αμερικανική Επιτροπή Ελέγχου Ξένων Επενδύσεων (CFIUS), που εξετάζει κάθε πρόταση εξαγοράς ή επένδυσης με κριτήρια αφενός τα οικονομικά συμφέροντα και αφετέρου την εθνική ασφάλεια της υπερδύναμης. Δεν είναι μάλιστα λίγοι οι οικονομικοί αναλυτές που έχουν κατά καιρούς επισημάνει πως η εν λόγω επιτροπή είναι ακριβώς αυτό που λείπει από την Ευρώπη. Παρά την εκεχειρία που έχουν συμφωνήσει οι δύο μονομάχοι από τις αρχές του χρόνου, επανέρχονται μοιραία τα ίδια προβλήματα που έχει θέσει ο Αμερικανός πρόεδρος από τις αρχές του 2017 και τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξε στην Κίνα.

Σύμφωνα με το περιοδικό Foreign Policy, τα σκληρότερα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ τάχθηκαν φανατικά υπέρ του εμπορικού πολέμου, επειδή θεωρούσαν ευθύς εξαρχής ότι απώτερος στόχος του δεν είναι άλλος από τη σταδιακή διάλυση των στενών οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα. Πρόκειται για οικονομικές σχέσεις που οικοδομήθηκαν σε 40 χρόνια. Εχουν, όμως, καλλιεργήσει στην Ουάσιγκτον το πλησιέστερο ανάλογο του φόβου που εξέφραζαν οι πολιτικές ηγεσίες της Κίνας τη δεκαετία του 1990: ότι η κινεζική οικονομία ήταν υπερβολικά εξαρτημένη από το δολάριο και την αμερικανική τεχνολογία.