ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επιχειρήσεις στις ΗΠΑ δίνουν αποζημιώσεις πριν πτωχεύσουν

epicheiriseis-stis-ipa-dinoyn-apozimioseis-prin-ptocheysoyn-2384819

Μέσα σε λίγους μόλις μήνες, χιλιάδες επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο υποχρεώθηκαν να βάλουν λουκέτο εξαιτίας της πανδημίας. Μεταξύ αυτών βρέθηκαν και μεγάλοι όμιλοι που έφεραν υψηλά χρέη, οι οποίοι ακόμα και πριν από την επέλαση της κρίσης βρίσκονταν ήδη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Προτού όμως καταφύγουν στις διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα, ορισμένες επιχειρήσεις πρόλαβαν να καταβάλουν παχυλές αποζημιώσεις στα υψηλόβαθμα στελέχη τους.

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα των New York Times, ο άλλοτε κραταιός αμερικανικός όμιλος λιανεμπορίου J.C. Penney, ο οποίος κήρυξε πτώχευση τον προηγούμενο μήνα, αποζημίωσε προηγουμένως τη διευθύνοντα σύμβουλο Τζιλ Σόλταου. Το μπόνους της Σόλταου ανήλθε στα 4,5 εκατομμύρια σε μετρητά. Σε περίπτωση, όμως, που δεν εξασφαλιστούν τα επιθυμητά οικονομικά αποτελέσματα σε ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, θα οφείλει να επιστρέψει το ένα πέμπτο του ποσού.

Επίσης, ο διευθύνων σύμβουλος της ενεργειακής Whiting Petroleum, Μπράντλεϊ Χόλι, έλαβε αποζημίωση 6,4 εκατ. δολαρίων προτού η εταιρεία κηρύξει πτώχευση, στις αρχές του Απριλίου. Η αποζημίωση του Χόλι καταβλήθηκε, όμως, χωρίς καμία δέσμευση από την πλευρά του. Στους διευθύνοντες συμβούλους της ενεργειακής Chesapeake Energy και της εταιρείας ενοικίασης αυτοκινήτων Hertz καταβλήθηκε επίσης υψηλή αποζημίωση.

Μολονότι πρόκειται για συνήθη τακτική, αναλυτές της αγοράς και εμπειρογνώμονες κρίνουν ότι οι παχυλές αποζημιώσεις των υψηλόβαθμων στελεχών λίγο πριν από τη χρεοκοπία είναι ανήθικες. «Δεν φαίνεται σωστό και δεν εμπνέει την εμπιστοσύνη του κοινού στο πτωχευτικό σύστημα», σχολίασε στους New York Times ο Τζάρεντ Ελίας, καθηγητής Νομικής στο UC Hastings. «Οι επιχειρήσεις δημιουργούν μια σταθερή κατάσταση για τους διευθύνοντες συμβούλους τους, ενώ μεταξύ των υπαλλήλων και σε ολόκληρη την εταιρεία επικρατεί φοβερή αβεβαιότητα», τόνισε o Μπρετ Μίλερ από την Institutional Shareholder Services.

Αντιθέτως, οι ίδιες οι επιχειρήσεις που καταβάλλουν τα μπόνους υποστηρίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζουν την παραμονή των επικεφαλής τους κατά τη διάρκεια των πτωχευτικών διαδικασιών. Η παραμονή τους έχει θεμελιώδη σημασία, αφού κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για τη διαχείριση των πληγεισών εταιρειών. Επιπλέον, ορισμένες επιχειρήσεις τονίζουν πως οι σχετικές αποζημιώσεις των επικεφαλής τους είναι μικρότερες σε σχέση με αυτές των προηγούμενων ετών.

Για παράδειγμα, η Chesapeake Energy επισήμανε πως το μπόνους του διευθύνοντος συμβούλου Ρόμπερτ Λόλερ ήταν κατά 34% χαμηλότερο από το αντίστοιχο του 2019. Η αποζημίωση της Σόλταου από την J.C. Penney ήταν επίσης χαμηλότερη σε σχέση με τα 8,2 εκατ. δολάρια που της αναλογούσαν βάσει της απόδοσης το 2019. Αλλες εταιρείες, όμως, αύξησαν τις αποζημιώσεις των επικεφαλής τους. Για παράδειγμα, ο Χόλι της Whiting Petroleum δέχθηκε μπόνους ύψους 6,4 εκατ. δολαρίων, ενώ η αποζημίωσή του για το 2019 ανερχόταν στα 5,5 εκατ. δολάρια.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι αποζημιώσεις των υψηλόβαθμων στελεχών καταβάλλονται σε μετοχές. Ωστόσο, ενόψει χρεοκοπίας, οι μετοχές κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται να χάσουν ένα μεγάλο μέρος της αξίας τους. Ως αποτέλεσμα, τα διοικητικά συμβούλια προτιμούν να καταβάλουν τα μπόνους σε μετρητά, σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα των New York Times. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, η μετοχική αξία της εταιρείας είχε συρρικνωθεί πριν από την επέλαση της πανδημίας. Συνεπώς, οι διευθύνοντες σύμβουλοι δέχθηκαν σε μετρητά πολύ μεγαλύτερη αποζημίωση σε σχέση με αυτή που θα έπαιρναν μέσω μετοχών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το αμερικανικό δίκαιο επιτρέπει την καταγγελία των αποζημιώσεων και την επιστροφή τους. Ωστόσο, η σχετική διαδικασία είναι μακροχρόνια και εξαιρετικά κοστοβόρος, με αποτέλεσμα να αξιοποιείται μόνο σπάνια. Ο Ελίας δήλωσε στους New York Times πως το αμερικανικό Κογκρέσο θα μπορούσε κάλλιστα να αλλάξει το πτωχευτικό δίκαιο, έτσι ώστε οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται πριν από τη χρεοκοπία να ανακαλούνται. Ο ίδιος θεωρεί επίσης ότι το Κογκρέσο θα μπορούσε να απλοποιήσει τη διαδικασία ανάκλησης των αποζημιώσεων για όσους έχουν δικαίωμα να τις καταγγείλουν.