ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κανείς δεν είδε ότι έλειπε 1,9 δισ. από τα λογιστικά βιβλία της Wirecard

kaneis-den-eide-oti-eleipe-1-9-dis-apo-ta-logistika-vivlia-tis-wirecard-2386416

Eχουν περάσει είκοσι χρόνια από τα οικονομικά και λογιστικά σκάνδαλα της Enron (2001) και άλλων εταιρειών, με την ενεργό ανάμειξη των ελεγκτικών τους εταιρειών. Φτάσαμε, λοιπόν, σήμερα στην αποσάθρωση σχεδόν εν μια νυκτί της γερμανικής επιχείρησης ψηφιακών πληρωμών Wirecard. Και μέσα σε αυτήν την περίοδο, οι τέσσερις μεγάλες ελεγκτικές – λογιστικές εταιρείες βρίσκονται ενώπιον μεγάλων ερωτημάτων, τα οποία όμως θα πρέπει να καταβάλουν προσπάθεια ώστε να τα απαντήσουν οι αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές.

Από τα λογιστικά βιβλία της Wirecard λείπει 1,9 δισ. ευρώ και αυτό οδήγησε στη σύλληψη του πρώην διευθύνοντος συμβούλου της, την υπαγωγή της σε καθεστώς πτώχευσης και σε πάμπολλες κατηγορίες εις βάρος της. Ορισμένοι δείχνουν με το δάχτυλο τη γερμανική ρυθμιστική αρχή της BaFin και της προσάπτουν πλημμελή εποπτεία. Η ελεγκτική εταιρεία της Wirecard, η Ernst & Young (ΕΥ), χαρακτήρισε την υπόθεση «μια τόσο περίτεχνη απάτη», που ακόμα και μια ιδιαιτέρως ενδελεχής εξέταση ίσως και να μην ήταν δυνατόν να φέρει τα δεδομένα αυτά στο φως.

Σε δύσκολη θέση

Πάντως σε δύσκολη θέση βρίσκεται και η ΕΥ. Προσετέθη και αυτή σε μια συλλογική αγωγή κατά της Wirecard, καθώς κατηγορείται ότι ουσιαστικά δεν έφερε εις πέρας το βασικό της καθήκον. Και πρόκειται για ένα συστημικό πρόβλημα, το οποίο αντιμετωπίζει όχι μόνον η ΕΥ, αλλά και τα άλλα μέλη των τεσσάρων μεγάλων, ήτοι οι KPMG, Deloitte και PricewaterhouseCoopers, όπως σημειώνει ο καθηγητής Λογιστικής στο Πανεπιστήμιο Σίτι του Λονδίνου, Ατούλ Σαχ.

«Μετά την κρίση του 2008, σχεδόν κανένας ελεγκτικός όμιλος δεν τιμωρήθηκε με πρόστιμο ούτε φυλακίστηκε κάποιος, επειδή δεν μπόρεσε να προειδοποιήσει την κοινωνία για τα επικείμενα. Στη συνέχεια η κατάσταση εκτραχύνθηκε περαιτέρω και θεωρώ πως το κοινό στοιχείο σε όλα αυτά έχει να κάνει με την κρατούσα νοοτροπία και φιλοσοφία», επισημαίνει ο κ. Σαχ.

Οι τέσσερις μεγάλες λογιστικές επιχειρήσεις έχουν αναπτύξει εκ παραλλήλου επικερδείς βραχίονες επιχειρηματικών συμβούλων για να ανταγωνιστούν ευθέως ομίλους όπως η McKinsey και άλλοι ανάλογοι. Επιπλέον, και για να έχουν την ευκαιρία να αυξήσουν τα έσοδά τους και να προωθήσουν το εμπορικό τους σήμα.

Ωστόσο, οι ρυθμιστικές αρχές διατείνονται ότι το πλαίσιο αυτό δημιουργεί εγγενή σύγκρουση συμφερόντων, υποκινώντας τις εταιρείες να αυτολογοκρίνονται στη διαδικασία εξέτασης για να μην καταστρέψουν τις ευκαιρίες που έχουν για παροχή συμβουλών στις υπό έλεγχο επιχειρήσεις.

Σήμερα, όμως, ο ρόλος της ΕΥ ως λογιστικής εταιρείας της Wirecard έκανε τους πολιτικούς της Γερμανίας να κατακεραυνώσουν τη ρυθμιστική αρχή της χώρας, τασσόμενοι στο στρατόπεδο των ομολόγων τους Βρετανών, που ζητούν τη διάσπαση των μεγάλων τεσσάρων. Η ΕΥ βασίζεται σε ένα πολυθεματικό μοντέλο, διότι «διαθέτει όλες τις τεχνικές δεξιότητες και την αναγκαία εμπειρία του κλάδου να διεξαγάγει υψηλής ποιότητας λογιστικούς ελέγχους, καθώς και τους πόρους να επενδύσει στην τεχνολογία», όπως δηλώνει η ίδια. Και προσθέτει: «Οι ποιοτικοί έλεγχοι εξαρτώνται από μια μεγάλη ομάδα με διαφορετικά προσόντα και ικανότητες, και διεκπεραιώνονται ακολουθώντας μια φιλοσοφία βασισμένη στις κοινές μας αξίες». Από τη δική της πλευρά, η Deloitte «ακολουθεί με συνέπεια τις θέσεις της υπέρ των μεταρρυθμίσεων», όπως επισημαίνει ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλός της, Στίβεν Γκριγκς. «Δεσμευόμαστε να διαδραματίσουμε τον ρόλο του φορέα της αλλαγής, μιας αλλαγής η οποία συνάδει με την ποιότητα του λογιστικού ελέγχου, βελτιώνει τις δυνατότητες επιλογών και αποκαθιστά την εμπιστοσύνη».

Απολογία

Η ρυθμιστική αρχή της Γερμανίας, η BaFin, δέχεται ήδη καταιγισμό πυρών, διότι χρειάστηκε ένα χρόνο και κάτι ώστε να κάνει αναφορά σχετικά με τη Wirecard, επειδή τη θεωρούσε ύποπτη για χειραγώγηση της αγοράς. Αφορμή στάθηκε η ενημέρωση που έγινε από έμπιστο πληροφοριοδότη και αφορούσε παρατυπίες στην εν λόγω εταιρεία. Προσφάτως ο πρόεδρος της BaFin Φέλιξ Χούφελντ ζήτησε συγγνώμη, δηλώνοντας ότι επωμίζεται μέρος της ευθύνης για την ολοκληρωτική καταστροφή της Wirecard, διότι δεν έκανε όσο καλή δουλειά έπρεπε, όντας υπεύθυνος της αρμόδιας ρυθμιστικής αρχής. Ο Φάμπιο ντε Μάζι, πρόεδρος του κόμματος της Αριστεράς στο γερμανικό Κοινοβούλιο, έχει απαιτήσει εμπεριστατωμένη επαναξιολόγηση του ρόλου της BaFin. Ο Γερμανός ευρωβουλευτής Σβεν Γκίεγκολντ, με τη σειρά του, έχει ζητήσει από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εκκινήσει επισήμως έρευνα για την υπόθεση Wirecard. Επιπλέον, έχει απευθυνθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της ζητεί να αναθεωρήσει τους κανόνες που διέπουν τους λογιστικούς ελέγχους. «Θα πρέπει να βάλουμε ένα τέλος στα λάθος κίνητρα των θεσμικών ελέγχων», υπογραμμίζει ο κ. Γκίεγκολντ και προσθέτει ότι «οι ελεγκτικές – λογιστικές εταιρείες θα πρέπει να διαχωρίσουν τη δραστηριότητά τους αυτή από την παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις».

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι στα μέσα της εβδομάδας έγινε έφοδος από τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές στα γραφεία της Wirecard στη Γερμανία και σε δύο τοποθεσίες στην Αυστρία, στο πλαίσιο έρευνας για το σκάνδαλο στο οποίο έχει ανάμειξη η εταιρεία.

Πρώην στελέχη ελεγκτικών ομίλων στελεχώνουν εποπτικούς φορείς

kaneis-den-eide-oti-eleipe-1-9-dis-apo-ta-logistika-vivlia-tis-wirecard0
Φωτ. REUTERS
 

Το μείζον σκάνδαλο της Wirecard προκάλεσε ισχυρούς κραδασμούς στους χρηματιστηριακούς, οικονομικούς και πολιτικούς κύκλους της Γερμανίας. Η κάποτε αγαπημένη εταιρεία του χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης, που σηματοδότησε και την ακμή της υψηλής τεχνολογίας στη χώρα, είχε ξεκινήσει την πορεία της πριν από 21 χρόνια. Ιδρύθηκε το 1999 με το όνομα InfοGenie και επιβίωσε της διάλυσης της «φούσκας» των διαδικτυακών εταιρειών στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αρχικά εξυπηρετούσε τις συνδρομές σε πορνογραφικές και στοιχηματικές σελίδες, αλλά το 2005, με ένεση ρευστού, επικεντρώθηκε σε ψηφιακές πληρωμές ευρείας χρήσεως και μετονομάσθηκε σε Wirecard.

Παρά το γεγονός ότι το σκάνδαλο της Wirecard υποχρέωσε τώρα τη Γερμανία να ασχοληθεί με τον ρόλο των ελεγκτικών – λογιστικών εταιρειών, στη Βρετανία η κατάσταση είναι γνωστή εδώ και καιρό. Κι αυτό διότι στο Ηνωμένο Βασίλειο οι τέσσερις μεγάλες ελεγκτικές εταιρείες έχουν έντονη παρουσία και όσοι τους ασκούν δριμεία κριτική το κάνουν τα τελευταία σχεδόν δέκα χρόνια. Ωστόσο, παρά τις πιέσεις για ριζική αναδιαμόρφωση του μοντέλου τους, τα αποτελέσματα είναι πενιχρά, τονίζει το Bloombeg. Αυτό πιθανώς να οφείλεται στο ότι οι ελεγκτικές εταιρείες επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές, οπότε δεν είναι δυνατή μια διχοτόμησή τους. Ενδεικτικά είναι τα σχόλια του καθηγητή Δημόσιας Πολιτικής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Κάρθικ Ραμάνα, ο οποίος υπογραμμίζει τα εξής: «Το τοπίο για το ρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο υπάγονται οι λογιστικοί έλεγχοι των εταιρειών διαθέτει ελάχιστες αντικειμενικές φωνές. Ωστόσο, βρίθει από παλαιούς συμφοιτητές και συνεργάτες, άρα μη αντικειμενικές φωνές». Αρκεί να αναφέρει κανείς ότι πρώην συνεταίροι στις τέσσερις μεγάλες ελεγκτικές – λογιστικές επιχειρήσεις (EY/Ernst & Young, Deloitte, KPMG και PriceWaterhouseCoopers) συμμετέχουν σε σημαντικούς φορείς, όπως είναι oι επιτροπές του Συμβουλίου Οικονομικών Εκθέσεων (FRC), του εποπτικού οργάνου της βρετανικής βιομηχανίας.

Οι «σχέσεις»

Η Αν Γουίτακερ, πρώην διευθύντρια του τμήματος λογιστικών ελέγχων και συνεταίρος σε θέματα επενδυτικού κινδύνου στην ΕΥ για τις πρακτικές του χρηματοπιστωτικού κλάδου της Βρετανίας, προεδρεύει της επιτροπής αναθεώρησης της ποιότητας λογιστικών ελέγχων στο Συμβούλιο Οικονομικών Εκθέσεων. Ο Τζον Χίτσινς, ο οποίος υπηρέτησε την PriceWaterhouseCoopers επί 26 συναπτά έτη υπό τον ρόλο του συνεταίρου της, συμμετέχει και αυτός στην προαναφερθείσα επιτροπή. Οταν εργαζόταν για την PriceWaterhouseCoopers, ο κ. Χίτσινς ειδικευόταν στους λογιστικούς ελέγχους τραπεζών και στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Ο δε πρώην συνεταίρος στην KPMG, Σον Κόλινς, είναι μέλος της επιτροπής αναθεώρησης της ποιότητας των λογιστικών ελέγχων, στην οποία προεδρεύει η Αν Γουίτακερ. Ο Πολ Τζορτζ, τώρα, ο οποίος τα τελευταία δεκαέξι χρόνια και μέχρι φέτος διατελούσε εκτελεστικός διευθυντής αρμόδιος εταιρικής διακυβέρνησης στο FRC, προηγουμένως είχε υπάρξει συνεταίρος της KPMG επί 17 χρόνια – τουλάχιστον αυτά αναφέρει το βιογραφικό του στο επαγγελματικό κοινωνικό δίκτυο Linkedin.

To Συμβούλιο Οικονομικών Εκθέσεων της Βρετανίας διατείνεται ότι λειτουργεί με διαφάνεια και πως οι κανόνες του είναι αυστηροί όσον αφορά επαγγελματίες του κλάδου, νυν και πρώην, που συμμετέχουν στις επιτροπές του. Βάσει της προβλεπόμενης νομοθεσίας, κανένας λογιστής ή στέλεχος που διεξάγει λογιστικό έλεγχο δεν μπορεί να συμμετάσχει σε επιτροπές του FRC μέσα σε τρία χρόνια αφότου αποχώρησε από την εταιρεία. Ο Μάικλ-Τζον Αλμπερτ, ο οποίος εργάζεται στο τμήμα παράδοσης των εκθέσεων μετά την ολοκλήρωση των λογιστικών ελέγχων στην Ernst & Young, καθώς και η Βερόνικα Πουλ, υψηλόβαθμη συνεταίρος στην Deloitte, συμμετέχουν ως μέλη στο συμβούλιο εταιρικών εκθέσεων του FRC, ενός συμβουλευτικού οργάνου χωρίς αποφασιστικό ρόλο. Τα συμβούλια στο FRC στελεχώνονται από μάχιμους επαγγελματίες, οι οποίοι είναι απαραίτητοι για να μεταφέρουν στους κόλπους του την καθημερινή προσέγγιση των πραγμάτων. Υπόκεινται δε στους ίδιους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για τις περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, όπως επισημαίνει το FRC.

Παρά ταύτα, στο πεδίο των ρυθμιστικών αρχών στο Ηνωμένο Βασίλειο η επιρροή που ασκούν τα στελέχη των εταιρειών λογιστικών ελέγχων είναι σημαντική, όπως αποφαίνονται οι ειδήμονες. «Με τα χρόνια έχουν αναδειχθεί σε πάρα πολύ ισχυρούς παράγοντες, με πολιτικό εκτόπισμα, δεσπόζοντας στο πεδίο των ρυθμιστικών αρχών», παρατηρεί στο Bloomberg ο καθηγητής Λογιστικής στο πανεπιστήμιο Σίτι του Λονδίνου, Ατούλ Σαχ.