ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φοβισμένοι οι καταναλωτές, αδύναμη η ανάκαμψη

fovismenoi-oi-katanalotes-adynami-i-anakampsi-2387970

Την ώρα που η ανάκαμψη της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας, της Γερμανίας, παραμένει εύθραυστη, απειλή για την παγκόσμια οικονομία και τις προοπτικές ανάκαμψής της αποτελεί η ανασφάλεια που έχει καλλιεργήσει η πανδημία στους καταναλωτές ανά τον κόσμο. Η ανασφάλεια για το ενδεχόμενο να χάσουν τη θέση εργασίας τους και να μειωθούν τα έσοδά τους αποθαρρύνει συστηματικά τις δαπάνες και ενθαρρύνει την αποταμίευση.

Σύμφωνα με έκθεση που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η γερμανική κυβέρνηση, η γερμανική οικονομία εξακολουθεί να ανακάμπτει αλλά με ρυθμό σαφώς κατώτερο από το μακροπρόθεσμο δυναμικό της. «Η ανάκαμψη είναι μόλις στην αρχή», τονίζει η σχετική έρευνα, ενώ προεξοφλεί πως, παρά την ανάκαμψη που άρχισε τον Μάιο, το δεύτερο τρίμηνο του έτους συνολικά θα συρρικνωθεί εκ νέου το γερμανικό ΑΕΠ. Οπως χαρακτηριστικά τονίζει η έκθεση, «μόνο το τρίτο τρίμηνο θα καταγραφούν θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης».

Σημειωτέον ότι η κυβέρνηση Μέρκελ προεξοφλεί πως το γερμανικό ΑΕΠ θα μειωθεί φέτος κατά τουλάχιστον 6% εξαιτίας βεβαίως της πανδημίας. Πρόκειται για τη βαθύτερη ύφεση που έχει αντιμετωπίσει η γερμανική οικονομία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προκειμένου να την αντιμετωπίσει, το Βερολίνο έχει υιοθετήσει πρόγραμμα στήριξης ύψους 130 δισ. ευρώ, που προβλέπει, μεταξύ άλλων, φορολογικά κίνητρα, μείωση του ΦΠΑ, επιδόματα για τη φροντίδα των παιδιών και 300 ευρώ μπόνους για κάθε παιδί, αλλά και οικονομική στήριξη στις τοπικές αρχές και εκτεταμένες δαπάνες για καθαρή ενέργεια και ψηφιοποίηση της οικονομίας.

Την ίδια στιγμή, μεγάλη αβεβαιότητα περιβάλλει τις προοπτικές ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας καθώς ο κυριότερος ίσως μοχλός ανάπτυξης, οι καταναλωτικές δαπάνες, παραμένει περιορισμένος και οι καταναλωτές επιφυλακτικοί.

Η εικόνα προκύπτει από τα πορίσματα έρευνας που εκπόνησε η εταιρεία YouGov μεταξύ 26 χωρών και 27.681 ερωτηθέντων και την οποία δημοσιεύει το Bloomberg.

Η εν λόγω έρευνα εμφανίζει τους καταναλωτές ιδιαίτερα επιφυλακτικούς ως προς τις δαπάνες τους και πολλώ δε μάλλον ως προς οποιαδήποτε επένδυση θα μπορούσαν να αποφασίσουν. Αιτία, βέβαια, είναι η ανασφάλειά τους για τις θέσεις εργασίας τους και για τα έσοδα του νοικοκυριού τους.

Ειδικότερα, η επαγγελματική ανασφάλεια απασχολεί στον μέγιστο βαθμό τους καταναλωτές, με το 30% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα νιώθει λιγότερη σιγουριά σε ό,τι αφορά την εργασία τους.

Εμφανής είναι η επιδείνωση της εμπιστοσύνης στις ΗΠΑ, όπου το 23% εκφράζει ανασφάλεια για τη θέση εργασίας του όταν μόλις πριν από μία εβδομάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 18%. Η ανασφάλεια αυτή, πάντως, μεταφράζεται σε επιφυλακτικότητα ως προς τις δαπάνες. Το 37% των ερωτηθέντων στις ΗΠΑ δήλωσε πως αν ξαφνικά έχει ένα έκτακτο έσοδο, κάτι σαν τις επιταγές που έστειλε στα αμερικανικά νοικοκυριά η κυβέρνηση Τραμπ, θα σπεύσει να το αποταμιεύσει. Ακόμη χειρότερες φαίνονται οι προοπτικές για ανάκαμψη της κατανάλωσης στη Βρετανία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 58%.

Η ίδια τάση καταγράφεται ισχυρότατη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, με το 40% των ερωτηθέντων να δηλώνει πως θα αποταμιεύσει κάθε έκτακτο έσοδο σε χώρες τόσο διαφορετικές όσο οι  Αυστραλία, Ινδία, Γαλλία, Ινδονησία, Νορβηγία και Καναδά. Μόνο ένα μικρό ποσοστό κάτω του 20% δήλωσε πως αν έχει κάποιο έκτακτο έσοδο σκέπτεται να το επενδύσει στην αγορά μετοχών.

Η ανασφάλεια που αντανακλούν τα πορίσματα της έρευνας δικαιολογείται απολύτως από τις εκτιμήσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO).

Οπως αναφέρει η ILO, η αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας και διάφοροι περιορισμοί που τη συνόδευσαν έχουν προκαλέσει στην παγκόσμια αγορά εργασίας ζημία ισοδύναμη με την απώλεια 400 εκατ. θέσεων πλήρους απασχόλησης. Και βέβαια η αβεβαιότητα και η επαγγελματική ανασφάλεια παραμένουν και ενισχύονται μολονότι σε πολλές χώρες έχουν χαλαρώσει σημαντικά οι περιορισμοί και σταδιακά ανακάμπτει η οικονομική δραστηριότητα. Οπως τονίζουν οι υπεύθυνοι της σχετικής έρευνας, αν οι καταναλωτές εξακολουθήσουν να αποταμιεύουν και να αποφεύγουν τις δαπάνες, θα υπονομευθεί κάθε προοπτική ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας, που έχει δεχθεί καίριο πλήγμα από την πανδημία,  την καραντίνα και την αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας.

Η ίδια έρευνα καταδεικνύει πως θα χρειαστεί χρόνος για να επιστρέψουν οι καταναλωτές στα καταστήματα, στα αεροδρόμια και στα εστιατόρια και να ανακάμψει έτσι πραγματικά η κατανάλωση. Το πλέον δυσοίωνο από το ευρήματα ήταν ότι περίπου το 25% των νοικοκυριών σε όλες τις χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσε ότι αναγκάστηκε να καταφύγει στις αποταμιεύσεις ετών για να καλύψει τις ανάγκες του στη διάρκεια της κρίσης, ενώ περισσότερο από το 10% των ερωτηθέντων αναγκάστηκε να χρεωθεί ή να αυξήσει το χρέος του.