ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παγκόσμια απειλή το οικονομικό έγκλημα

Το οικονομικό έγκλημα παραμένει σημαντική απειλή για τις ανά τον κόσμο επιχειρήσεις και παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ελεγκτικών μηχανισμών, το πρόβλημα δείχνει να διογκώνεται χρόνο με το χρόνο. Τα αποτελέσματα έρευνας της PricewaterhouseCoopers, η οποία στηρίχθηκε σε 3.600 συνεντεύξεις που δόθηκαν από διευθύνοντες συμβούλους, οικονομικούς διευθυντές και ειδικούς σε θέματα εντοπισμού και πρόληψης του οικονομικού εγκλήματος, κάθε άλλο παρά καθησυχαστικά είναι. Το 37% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι στη διάρκεια της τελευταίας διετίας κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν έστω και μία φορά κάποιο κρούσμα. Συχνά, όμως, οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν τον ρόλο του θύτη και προκαλεί έντονο προβληματισμό, δεδομένων των σοβαρών επιπλοκών που επιφέρει στις αγορές, ότι το 10% του δείγματος έχει δημοσιοποιήσει ψευδή στοιχεία για την οικονομική του κατάσταση.

Η PricewaterhouseCoopers κρούει τον κώδωνα του κινδύνου σημειώνοντας ότι ο αριθμός των κρουσμάτων εμφανίζεται αισθητά υψηλότερος σε σύγκριση με την πανευρωπαϊκή έρευνα που πραγματοποίησε το 2001. Συγκεκριμένα, στη Δυτική Ευρώπη, ο αριθμός των επιχειρήσεων που ανέφεραν κάποιο κρούσμα διαφθοράς αυξήθηκε από 29% σε 34%, ενώ στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη παρατηρείται μεγαλύτερη αύξηση από 26% σε 37%. Το πρόβλημα εμφανίζεται σαφώς εντονότερο για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Αφρική, όπου το 51% ανέφερε κάποιο κρούσμα, ενώ μεταξύ των εταιρειών της Βορείου Αμερικής το 41% βρέθηκε στο στόχαστρο απατεώνων.

Αν και τα ποσοστά αυτά είναι υψηλά, η PricewaterhouseCoopers σημειώνει ότι οι πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος είναι μεγαλύτερες. Είναι ενδεικτικό ότι ουδείς εκ των εκπροσώπων ρωσικών και τουρκικών εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφερε κάποιο κρούσμα. Αν και η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων εμφανίζεται πρόθυμη να συνεργαστεί με τις αρχές για την ανακάλυψη των ενόχων, το ποσοστό αυτό περιορίζεται σημαντικά όταν κληθούν να αντιμετωπίσουν ένα πραγματικό περιστατικό. Μεγάλος αριθμός εταιρειών αποφεύγουν να το δημοσιοποιήσουν, φοβούμενες την αρνητική διαφήμιση, τις επιπτώσεις στην αξία της μετοχής τους, το κόστος της δικαστικής διερεύνησης ή ακόμα και τις συνέπειες στο ηθικό των εργαζομένων τους. Εκτός αυτού, πολλές εταιρείες δεν αντιλήφθηκαν ποτέ ότι έπεσαν θύματα οικονομικού εγκλήματος.

Σύμφωνα με την έρευνα, η μέση ζημία που επιβαρύνει την εταιρεία που θα πέσει θύμα οικονομικού εγκλήματος υπολογίζεται σε 2,2 εκατ. δολάρια. Μάλιστα, το 75% δεν κατάφερε να καλύψει περισσότερο από το 20% της συνολικής ζημίας που υπέστη, ενώ μία στις δύο επιχειρήσεις είχαν την προνοητικότητα να ασφαλιστούν έναντι σε αυτόν τον κίνδυνο. Πιο επιρρεπείς στο οικονομικό έγκλημα παρουσιάζονται εταιρείες που απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων, αφού το 52% επιχειρήσεων με προσωπικό που υπερβαίνει τα 1.000 άτομα παραδέχεται ότι έχει πέσει θύμα απάτης, σε σύγκριση με τις μικρότερες εταιρείες όπου το ποσοστό ανέρχεται στο 37%. Ο κλάδος που αναφέρει τις περισσότερες υποθέσεις οικονομικών ατασθαλιών είναι αυτός της παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Μία στις έξι τράπεζες, για παράδειγμα, έχει εντοπίσει κάποια υπόθεση ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Αυτό οφείλεται στη βελτίωση των διαδικασιών ελέγχου και των σχετικών συστημάτων αλλά και στις συνεχείς προσπάθειες που καταβάλλονται από κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς για την ευαισθητοποίηση των εμπλεκομένων σε θέματα απάτης και καταχρήσεων. Οπως επισημαίνουν αναλυτές της PwC, επιχειρήσεις που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, θεωρούνται τρωτές λόγω της φύσης των υπηρεσιών που παρέχουν. Η δυνατότητα πρόσβασης σε περίπλοκες οικονομικές συναλλαγές καθώς επίσης και σε ρευστά διαθέσιμα έχει μετατρέψει τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σε εύκολους στόχους για τους απατεώνες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα του οικονομικού εγκλήματος απασχολεί κατά κύριο λόγο τον κλάδο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Οπως προκύπτει από τον πίνακα, κανένας κλάδος δεν πρέπει να νιώθει ασφαλής και άτρωτος. Ομως η αξία ενός ισχυρού και σύνθετου κανονιστικού πλαισίου παρέχει στις επιχειρήσεις αυξημένες δυνατότητες στον εντοπισμό, στην αντιμετώπιση και εν τέλει στην πρόληψη του οικονομικού εγκλήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι στις κορυφαίες θέσεις του πίνακα βρίσκονται κλάδοι με σύγχρονο και αναβαθμισμένο σύστημα κανονισμών και ελέγχων. Μεταξύ των διαφόρων μορφών οικονομικού εγκλήματος, η πλέον συνηθισμένη είναι αυτή της κλοπής περιουσιακών στοιχείων, καθώς καλύπτει το 60% των κρουσμάτων που αναφέρθηκαν από επιχειρήσεις. Βέβαια, η συγκεκριμένη περίπτωση είναι ιδιαίτερα εύκολο να ανακαλυφθεί, καθώς αναφέρεται σε κλοπή περιουσιακών στοιχείων με συγκεκριμένη αξία και αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το γιατί αποτελεί την πλέον συνηθισμένη περίπτωση. Μια άλλη μορφή οικονομικού εγκλήματος που μπορεί εύκολα να ανακαλυφθεί είναι η πειρατεία, καθώς όταν μια αγορά γεμίζει με προϊόντα «μαϊμούδες», δεν χρειάζονται περισσότερες αποδείξεις. Το 19% των ερωτηθέντων υποστηρίζει ότι αντιμετωπίζει το πρόβλημα της πειρατείας, κυρίως στον κλάδο των λιανικών πωλήσεων.

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας δημιουργεί νέες μορφές εγκληματικότητας. Ετσι, το 15% του δείγματος της έρευνας κλήθηκε να αντιμετωπίσει κάποιον ανεπιθύμητο επισκέπτη στο ηλεκτρονικό του δίκτυο, ενώ το 14% αντιμετώπισε μία από τις πιο παραδοσιακές μορφές διαφθοράς, αυτήν της δωροδοκίας/δωροληψίας. Μάλιστα, το με το 49% των επιχειρήσεων που εμπλέκονται σε δωροδοκίες ή δωροληψίες παραδέχεται ότι το αδίκημα ήταν κατά συρροήν αφού υπήρξαν 4 ή ακόμα περισσότερα κρούσματα. Είναι παρήγορο, πάντως, το ότι αυτού του είδους η διαφθορά συναντάται κυρίως στις περιοχές Ασίας/Ειρηνικού, στην Κεντρική και Νότια Αμερική και στην Αφρική, δηλαδή σε περιοχές που η δωροδοκία/δωροληψία θεωρείνται αποδεκτή πρακτική της επιχειρηματικής διαδικασίας. Τέλος, το 7% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έχει πέσει θύμα βιομηχανικής κατασκοπείας, ενώ μόλις το 3% αντιλήφθηκε ότι λειτούργησε ως εργαλείο παράνομων κύκλων για ξέπλυμα χρήματος.