ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παράλογα όρια πληθωρισμού για τα νέα κράτη-μέλη της E.E.

Τόσο στις ανεπτυγμένες οικονομίες όσο και στις αναδυόμενες αγορές, ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει σε επίπεδα που δεν έχουμε δει εδώ και δεκαετίες. H αποδυνάμωση αυτή της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης έχει στρέψει την προσοχή των οικονομολόγων στον κίνδυνο του αντιπληθωρισμού. Οι οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ορισμένες χώρες κινδυνεύουν να έχουν την τύχη της Ιαπωνίας, όπου ο αντιπληθωρισμός έχει εγκατασταθεί και τα μακροοικονομικά μέσα για την αντιμετώπισή του φαίνονται λιγότερο αποτελεσματικά από ποτέ.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ανακοίνωσε τον Μάιο ότι η Γερμανία, που αντιμετωπίζει τον θλιβερό συνδυασμό χαμηλού πληθωρισμού, στάσιμης οικονομίας, υψηλής ανεργίας, υπερτιμημένου νομίσματος και περιορισμένων δυνατοτήτων για εφαρμογή μακροοικονομικών μέσων με σκοπό την τόνωση της οικονομίας, διατρέχει «σοβαρό» κίνδυνο ήπιου αντιπληθωρισμού. Κι αυτό αποτελεί κακή είδηση, όχι μόνο για τη Γερμανία και τους εταίρους της στη Ζώνη Ευρώ, αλλά και για τις υπό ένταξη ζώνες που σύντομα θα είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Βιμ Ντούιζενμπεργκ, δήλωσε έκπληκτος που το ΔΝΤ συνέκρινε τον πληθωρισμό διαφόρων κρατών-μελών της νομισματικής ένωσης. Επισήμανε ότι το ΔΝΤ δεν έχει ποτέ δημοσιεύσει μελέτη περί των διαφορών ανάμεσα στον πληθωρισμό της Καλιφόρνιας και εκείνον του Νιου Χαμσάιρ και εξήγησε ότι οι διαφορές πληθωρισμού μεταξύ των διαφορετικών περιοχών μιας νομισματικής ζώνης είναι φυσιολογικές.

Η έννοια του αντιπληθωρισμού σε ορισμένες περιοχές μιας νομισματικής ζώνης δεν έχει νόημα επειδή η υποχώρηση των τιμών θα βελτιώσει απλώς την ανταγωνιστικότητα της ζώνης. Θεωρητικά από τη στιγμή που εμφανίζεται, ο αντιπληθωρισμός μπορεί να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα και ανεξάρτητα από τυχόν διαρθρωτικούς παράγοντες της οικονομίας. Ευτυχώς το καταστρεπτικό αυτό σενάριο είναι μάλλον απίθανο. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει ένας ιδιαίτερα χαμηλός ή αρνητικός πληθωρισμός για τις υπό ένταξη χώρες από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη.

Μόλις αυτές οι χώρες γίνουν επισήμως μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τον Μαΐο του 2004, θα επιδιώξουν να προσχωρήσουν στη Ζώνη Ευρώ. Προκειμένου να το επιτύχουν, πρέπει να πληρούν τα κριτήρια που έχει ορίσει η Συνθήκη του Μάαστριχτ από το 1992. Ενα από αυτά είναι ο πληθωρισμός της υποψήφιας χώρας να μην υπερβαίνει κατά περισσότερο από 1,5% τον μέσο όρο πληθωρισμού των τριών χαμηλότερων εθνικών δεικτών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Βάσει της πρόβλεψης του ΔΝΤ, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον περασμένο Μάιο, οι τιμές αναφοράς για τον πληθωρισμό του τρέχοντος έτους και του επόμενου θα είναι 2,7% και 2,6% αντιστοίχως. Το ΔΝΤ υποθέτει, όμως, ότι οι τιμές καταναλωτή στη Γερμανία θα αυξηθούν κατά 1% το 2003 και κατά 0,7% το 2004.

Ενας ήπιος αντιπληθωρισμός στη Γερμανία και ένας πληθωρισμός χαμηλότερος από τον προβλεπόμενο σε άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης με χαμηλούς πληθωρισμούς θα μπορούσαν να πιέσουν ακόμη πιο κάτω τις τιμές αναφοράς. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι οι υπό ένταξη χώρες πρέπει να επιτύχουν πληθωρισμό της τάξης του 2%. H σφικτή νομισματική πολιτική που θα χρειαζόταν για να διατηρηθεί ο πληθωρισμός σε τόσο χαμηλά επίπεδα θα όξυνε τις αρνητικές επιπτώσεις της αναιμικής εγχώριας ζήτησης στη Ζώνη Ευρώ. Μπορεί, ωστόσο, να ισχυρισθεί κανείς ότι αυτό είναι το τίμημα που αξίζει να καταβληθεί ώστε να διασφαλισθεί ίση μεταχείριση για παλαιά και καινούργια μέλη της Ζώνης Ευρώ.

Το κριτήριο του πληθωρισμού, όμως, εμφανίζει ένα πιο ουσιώδες πρόβλημα. Οι κεντρικές τράπεζες των υπό ένταξη χωρών θα κληθούν να χαράξουν νομισματική πολιτική κατά τρόπο που να πλησιάσει τον μέσο όρο των τριών χαμηλότερων δεικτών πληθωρισμού με απόκλιση 1,5%. Οπως, όμως, επισήμανε ο κ. Ντούιζενμπεργκ, η έννοια του αντιπληθωρισμού σε ορισμένες περιφέρειες μιας νομισματικής ζώνης, είτε πρόκειται για το Τέξας στις ΗΠΑ είτε για τη Γερμανία στη Ζώνη Ευρώ, δεν έχει νόημα. H νομισματική πολιτική της EKT δεν θα έπρεπε να στοχεύει στον αντιπληθωρισμό ενός ή δύο χωρών-μελών της Ζώνης Ευρώ για τον ίδιο λόγο που η Federal Reserve δεν αντιδρά σε διακυμάνσεις των τιμών στο Τέξας. Παραδόξως, όμως, οι κεντρικές τράπεζες των υπό ένταξη χωρών οφείλουν να ακολουθήσουν νομισματικές πολιτικές που σχετίζονται όχι με τη νομισματική πολιτική της Ζώνης Ευρώ αλλά με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά ορισμένων μεμονωμένων χωρών.

Πριν από τη δημιουργία της Ζώνης Ευρώ, το κριτήριο του πληθωρισμού είχε νόημα καθώς ο πληθωρισμός αντανακλούσε τη νομισματική πολιτική του εκάστοτε κράτους. Τώρα, όμως, το μοναδικό σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της νομισματικής πολιτικής των υπό ένταξη χωρών είναι η νομισματική πολιτική της EKT και, κατ’ επέκτασιν, ο πληθωρισμός της Ζώνης Ευρώ.