ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προβλέπουν και… «φούσκα» στα ομόλογα αμερικανικού Δημοσίου

H ικανοποίηση και η αισιοδοξία που προκαλεί η αντιστροφή του κλίματος στις διεθνείς χρηματαγορές ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της τριήμερης Επενδυτικής Συνόδου, που διοργάνωσε η αμερικανική εταιρεία χρηματοοικονομικών αναλύσεων Morningstar στο Σικάγο των Ηνωμένων Πολιτειών. Το κλίμα στη φετινή, 15η, ετήσια σύνοδο της Morningstar ήταν σαφώς καλύτερο σε σύγκριση με την περυσινή που είχε πραγματοποιηθεί υπό το βάρος του σκανδάλου της WorldCom και της διαρκούς υποχώρησης των χρηματιστηριακών δεικτών. Στις ομιλίες τους, αρκετοί εκ των κορυφαίων διαχειριστών κεφαλαίων και αναλυτών, επιβεβαίωσαν την αίσθηση που επικρατεί αυτήν την περίοδο στις αγορές και τόνωσαν το ηθικό των επενδυτών, προβλέποντας σαφώς καλύτερες ημέρες και υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με την τελευταία τριετία.

Προβληματισμένοι

Η πλειοψηφία των ομιλητών εμφανίσθηκε ιδιαίτερα θετική για την πορεία των μετοχών στο υπόλοιπο του έτους και το 2004, αλλά και προβληματισμένη σε ό,τι αφορά στην αγορά ομολόγων. Αρκετοί δεν δίστασαν να κάνουν λόγο για «φούσκα» στα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου, ενώ προέβλεψαν ότι η ισχυροποίηση της οικονομίας θα επιφέρει αύξηση του πληθωρισμού και των επιτοκίων και μοιραία υποχώρηση των τιμών των ομολόγων.

Σύμφωνα με τον ByroWien, έναν εκ των κορυφαίων αναλυτών της MorgaStanley, οι ετήσιες αποδόσεις των χρηματιστηριακών αγορών της τάξεως του 15% που ζήσαμε τις δύο τελευταίες δεκαετίες, είναι παρελθόν. «Θεωρώ πιο ρεαλιστικές ετήσιες αποδόσεις κοντά στο 10% ή και λίγο χαμηλότερα, κάτι όμως που καθιστά ελκυστικότερες τις μετοχές έναντι των ομολόγων». O κ. Wieεξέφρασε τον έντονο προβληματισμό του για τα ομόλογα, τονίζοντας μάλιστα ότι σήμερα η αγορά ομολόγων βρίσκεται σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του Nasdaq στις αρχές του 2000. Τα επιτόκια έχουν υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και προκειμένου να περιορισθεί αυτός ο κίνδυνος, οι επενδυτές θα πρέπει να τοποθετούνται σε ομόλογα μικρότερης διάρκειας. O αναλυτής της MorgaStanley υποστήριξε ότι η αύξηση των επιτοκίων θα ξεκινήσει μέσα στο 2004, αν και «ο κ. Γκρίνσπαν προσπαθεί με κάθε τρόπο να βοηθήσει την επανεκλογή του προέδρου Μπους», ενώ εξέφρασε την ανησυχία του για τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του μεταποιητικού κλάδου, η συνεισφορά του οποίου στο ΑΕΠ μειώθηκε από 50% το 1970 σε 20% σήμερα. O κ. Wieεκτίμησε ότι στο υπόλοιπο του έτους οι χρηματιστηριακοί δείκτες θα κινηθούν ακόμα υψηλότερα, αν και παραδέχθηκε ότι στις αρχές του έτους έτρεφε μεγαλύτερες προσδοκίες για την πορεία των αγορών. Αν και απέφυγε να αναφερθεί σε συγκεκριμένες μετοχές, το στέλεχος της MorgaStanley εξέφρασε την προτίμησή του στη μικρή και μέση κεφαλαιοποίηση, ειδικότερα από τους κλάδους των καταναλωτικών αγαθών, της ενέργειας και του κλάδου της υγείας.

Από την πλευρά του ο Bill Miller, διαχειριστής κεφαλαίων και συνιδιοκτήτης του Legg Mas Value, κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος προβλέποντας περαιτέρω ενίσχυση των χρηματιστηριακών δεικτών. O κ. Miller αιφνιδίασε αρκετούς, όταν αναφέρθηκε με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια σε επιλεγμένες ιαπωνικές μετοχές, ενώ έδωσε αισθητά υψηλότερες τιμές-στόχους για μετοχές μεγάλων αμερικανικών εταιρειών. O κ. Miller αποκάλυψε ότι στο στόχαστρό του βρίσκονται επενδυτικά εργαλεία και κλάδοι που θα ωφεληθούν από την αύξηση του πληθωρισμού. «H Federal Reserve πολέμησε με πάθος τον πληθωρισμό την τελευταία 20ετία και πλέον μπορεί να υπερηφανεύεται ότι κέρδισε τον πόλεμο αυτό. Πλέον, η απειλή είναι ο αποπληθωρισμός και όχι ο πληθωρισμός και αυτό καθιστά βέβαιη την εξίσου επιθετική αύξηση των επιτοκίων, όταν βέβαια η ανάπτυξη της οικονομίας αποτελέσει το δεδομένο. Βάσει λοιπόν αυτού του σεναρίου, οι μετοχές αποκτούν και πάλι τον πρώτο λόγο έναντι των ομολόγων», τόνισε ο κ. Miller.

H αγορά ακινήτων

Αναφερόμενοι στην αμερικανική αγορά ακινήτων και στις πρόσφατες αναφορές περί φούσκας, οι κ. Wieκαι Miller τόνισαν κατηγορηματικά ότι κάτι τέτοιο δεν υφίσταται και απέδωσαν τον θόρυβο στα δημοσιεύματα ορισμένων αμερικανικών MME. H αισθητή άνοδος των αξιών την τελευταία τετραετία είναι βέβαια ανησυχητική, αλλά όσο τα επιτόκια παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα δεν αναμένεται να δημιουργήσουν προβλήματα στις αποπληρωμές των στεγαστικών δανείων.