ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Για μια νέα επανάσταση στην οικονομική σκέψη

Ολοένα περισσότεροι οικονομολόγοι διαπιστώνουν ότι η καθιερωμένη οικονομική θεωρία και τα εργαλεία που προσφέρει για την άσκηση οικονομικής πολιτικής δεν επαρκούν για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα που θέτει η οικονομία σήμερα. Ανάμεσά τους ο καθηγητής στο Μπέρκλεϊ και πρώην υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ (επί Κλίντον) Τζ. Μπράντφορντ Ντελόνγκ. Ανατρέχοντας στην κεϊνσιανή επανάσταση, που απάντησε στη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του ’30 με όπλα που απέκλεισαν την επάνοδο μιας μαζικής ανεργίας τέτοιας κλίμακας, απέτυχε όμως να αντιμετωπίσει την πρόκληση του πληθωρισμού της δεκαετίας του ’70, και στην «ημι-μονεταριστική επανάσταση» του Μίλτον Φρίντμαν που την εκτόπισε, ακριβώς γι’ αυτό, για να αποτύχει, με τη σειρά της, στις προκλήσεις της πτώσης των τιμών σε συνθήκες γενικής απελευθέρωσης των αγορών, ο Ντελόνγκ βλέπει την ανάγκη για μια νέα επανάσταση στην οικονομική σκέψη και πολιτική. Διότι οι αποτυχίες αυτές δεν μπορούν να αποδοθούν στα «λάθη» που διαπράχθηκαν στην εφαρμογή της κεϊνσιανής ή της ημι-μονεταριστικής πολιτικής, υποστηρίζει, αλλά στο συνολικό τους σχεδιασμό, είναι «φυσικές» του συνέπειες. Και διερωτάται μήπως η επανάσταση αυτή γεννιέται στην κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, όπου ο Μπεν Μπερνάνκ έχει εισηγηθεί νέα εργαλεία νομισματικής πολιτικής, όπως χειρισμούς στις τιμές των μακροπρόθεσμων ομολόγων (που άλλωστε έχει υπαινιχθεί από τον περασμένο Δεκέμβριο ο πρόεδρος της Fed Αλαν Γκρίνσπαν, συζητώντας το θεωρητικό κίνδυνο του αντιπληθωρισμού – FORUM 5.1.2003).

Παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον

Αλλά αν η κεϊνσιανή επανάσταση εξέφρασε μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις (τους εργάτες, τα συνδικάτα και τη σοσιαλδημοκρατία, αναφέρει ο Ντελόνγκ), όπως αντίστροφα και ο μονεταρισμός («το είδωλό της στον καθρέφτη», λέει, που εξέφρασε τη νίκη της Δεξιάς), μπορεί μια νέα επανάσταση να προέλθει απλώς από ευρύτερες, καινοτόμες και ευφυέστερες τεχνικές στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες; Και μπορεί στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία να περιορισθεί στον πυρήνα των βιομηχανικών χωρών;

Παραδείγματα για «λάθη» -με βαρύ κόστος- στην εφαρμογή της τρέχουσας ορθοδοξίας προσφέρουν δύο άρθρα, που οι συγγραφείς τους διόλου δεν αμφισβητούν: Οι πρόεδροι Αμαντού Τουμάνι Τουρέ του Μαλί και Μπλεζ Κομπαορέ της Μπουρκίνα Φάσο αναδεικνύουν τις σκανδαλώδεις αμερικανικές επιδοτήσεις του βαμβακιού που οδηγούν στην εξαθλίωση εκατομμύρια Αφρικανούς. Ο Τσέχος Γίρι Γιόνας δείχνει πόσο εξωφρενικό -και συνολικά επιζήμιο- είναι το κριτήριο πληθωρισμού του Μάαστριχτ στις σημερινές συνθήκες για τις χώρες που προσχωρούν στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Αν όμως δεν πρόκειται απλώς για «λάθη», αλλά για τα όρια της επικρατούσας οικονομικής σκέψης και πολιτικής, η οποία, όπως παρατηρεί ο Ντελόνγκ, τείνει να συντηρήσει για πολλά χρόνια το χάσμα ανάμεσα στη δυνητική και την πραγματική παραγωγή, είναι δυνατόν η σκοπιά των φτωχότερων οικονομιών να αγνοηθεί στη ζητούμενη «επανάσταση»;