ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι Ευρωπαίοι «ανακαλύπτουν» τις μεταρρυθμίσεις

Με την Ευρώπη να διανύει τη χειρότερη οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, οι αλλαγές, οι από μακρού καθυστερημένες αλλά απαραίτητες μεταρρυθμίσεις αρχίζουν να κερδίζουν έδαφος στη συνείδηση των λαών και των κυβερνήσεων.

Στη Γαλλία, χιλιάδες άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους, με αρχηγό μία φοιτήτρια 21 ετών. Δεν προσπαθούν να διαφυλάξουν τα κεκτημένα τους, αλλά διαμαρτύρονται για τις συνεχιζόμενες απεργίες, οι οποίες απειλούν να παγώσουν εντελώς την οικονομία. H κυβέρνηση, η οποία συνήθιζε στο παρελθόν να υποχωρεί στις πιέσεις των συνδικάτων, επιμένει αυτή τη φορά και προωθεί τη μεταρρύθμιση του απλόχερου συστήματος υγείας της χώρας. Στη Γερμανία, το ισχυρότερο συνδικάτο στην Ευρώπη εγκατέλειψε πρόσφατα την προσπάθεια να μειωθούν οι ώρες της εβδομαδιαίας απασχόλησης, αναγνωρίζοντας ότι η κοινή γνώμη στρέφεται εναντίον του. Και στη Γερμανία, η πολιτική ηγεσία έχει αρχίσει να «πριονίζει» τα θεμέλια των πυλώνων του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης προσπάθειας μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας.

Σε άλλες γωνιές της Ευρώπης, μικροτερες χώρες, οι οποίες τόλμησαν μεταρρυθμίσεις εν όψει της συμμετοχής τους στο ευρώ, συνεχίζουν τώρα να τις εφαρμόζουν με τους ίδιους, ταχείς ρυθμούς.

Μεταστροφή και στις Βρυξέλλες

Την περασμένη εβδομάδα, ακόμη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έδωσε στη δημοσιότητα μία έκθεση, την οποία κατήρτισαν ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες. H έκθεση τάσσεται υπέρ των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», για τις οποίες αναλυτές ανέφεραν επί χρόνια ότι είναι απαραίτητες, προσπαθώντας να πείσουν και τους διστακτικούς πολιτικούς. Παράλληλα, οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας έχουν εξαπολύσει μία επίμονη επίθεση κατά των Βρυξελλών και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης -το οποίο επιβάλλει περιορισμούς στις δημοσιονομικές δαπάνες- και για το οποίο οικονομολόγοι αναφέρουν ότι «έχει δέσει τα χέρια» των πολιτικών ενώπιον της ύφεσης.

Η «ημερησία διάταξη» των μεταρρυθμίσεων δεν θα μετατρέψει εν μια νυκτί την Ευρώπη σε ανταγωνιστική δύναμη τύπου Ηνωμένων Πολιτειών, τονίζουν αναλυτές. Ομως, σύμφωνα με τα φαινόμενα, οι πιέσεις για μεταρρυθμίσεις εντείνονται, καθώς οι Ευρωπαίοι πολίτες αντιλαμβάνονται τις επιπτώσεις της ασθμαίνουσας οικονομίας. Ισως το σημαντικότερο απ’ όλα να έγκειται στο ότι οι οικονομίες που βρίσκονται στην καρδιά της Ηπειρωτικής Ευρώπης -η γερμανική και η γαλλική- και οι οποίες παρέμεναν σε λήθαργο τα προηγούμενα χρόνια κι ενώ οι μικρότεροι γείτονές τους προχωρούσαν σε σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, έχουν πάρει τη σκυτάλη σε αυτόν το γύρο αλλαγών.

Αλλλαγές αντίληψης

Οπως δηλώνει ο Αλασντέρ Μόρεϊ, επικεφαλής του Τμήματος Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τις Μεταρρυθμίσεις, το οποίο εδρεύει στο Λονδίνο: «Αν και έχουμε να διανύσουμε πολύ δρόμο ακόμη, το τελευταίο εξάμηνο παρατηρούνται μεγάλες αλλαγές αντίληψης και προσέγγισης των πραγμάτων».

Για να βάλουμε τα… πράγματα στη θέση τους, ουδέποτε ήταν απολύτως ακριβής η εικόνα μιας Ευρώπης, η οποία ηρνείτο να παραδεχθεί τα νέα δεδομένα – αυτά της παγκοσμιοποίησης, η οποία είχε εμμονή με την εργάσιμη εβδομάδα των 35 ωρών, με την εφ’ όρου συνταξιοδότησης μόνιμη απασχόληση, τις οκτώ εβδομάδες των ετησίων διακοπών και με τις απλόχερες συντάξεις πολύ πριν από την ηλικία των 65 ετών.

Η Βρετανία περιόρισε τη δύναμη των συνδικάτων επί εποχής Θάτσερ και στην περιφέρεια της σημερινής Ζώνης του Ευρώ -από την Ιρλανδία έως τη Σουηδία και την Ισπανία- οι κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει… σιωπηρά, ριζικές μεταρρυθμίσεις. Τώρα και στο πλαίσιο της αποκαλούμενης «Agenda 2010» ο καγκελάριος Σρέντερ προωθεί τη μεταρρύθμιση της γερμανικής αγοράς εργασίας, ελπίζοντας να προλάβει τις εξελίξεις. Το πρόγραμμα αυτό αποσκοπεί στη μείωση της ανεργίας, προβλέποντας παράλληλα τη ριζική μεταρρύθμιση των συστημάτων υγείας και συνταξιοδότησης. H κυβέρνηση του Βερολίνου αναφέρεται ήδη στην επιτυχία του προγράμματος, για το οποίο υποστηρίζει ότι έχει προσθέσει στην οικονομία φέτος περισσότερες από 500.000 θέσεις εργασίας, στη βάση της μερικής ή της προσωρινής απασχόλησης, στηριζόμενο κυρίως σε μείωση των φόρων καθώς και του κόστους των κοινωνικών εισφορών. Γειτονικές χώρες, όπως η Δανία και η Ολλανδία, κατάφεραν να μειώσουν την ανεργία μέσω ανάλογων προσπαθειών. Στο μεταξύ, οι φοροαπαλλαγές, οι οποίες προορίζονταν να προσφερθούν στο εγγύς μέλλον στους Γερμανούς, θα αποτελέσουν πλέον πραγματικότητα από το 2004 ενώ στην προσπάθεια να τονωθεί η καταναλωτική ζήτηση στη χώρα, «χαλάρωσαν» από τον περασμένο μήνα και οι ώρες λειτουργίας των καταστημάτων.

Η ήττα της IG Μetall

Επίσης, η πρόσφατη ήττα του μεγαλύτερου συνδικάτου της Ευρώπης, του IG Metall, το οποίο απαιτούσε τη θέσπιση του 35ώρου και στις περιοχές της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, είναι ενδεικτική για το ότι οι Γερμανοί πολίτες, αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο της ανεργίας στο 10%, δεν επικροτούν πλέον τις… παλαιάς κοπής τακτικές των συνδικαλιστών.

«Η μεσαία τάξη αρχίζει να αναγνωρίζει την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων», δηλώνει ο οικονομολόγος της UBS, Κέβιν Γκέινορ, συμπληρώνοντας: «Δεν μπορεί να κάνει κανείς και αλλοιώς, δεδομένου ότι η εναλλακτική οδός είναι εξαιρετικά προβληματική».

Πολλοί οικονομολόγοι αναφέρουν ότι οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας -όπως είναι ένας νόμος στην Ιταλία, ο οποίος αναγκάζει τις επιχειρήσεις να επαναπροσλαμβάνουν άτομα, για τα οποία κρίνεται ότι απολύθησαν αδικαιολόγητα- δημιουργούν με τις δεσμεύσεις τους συνθήκες που ευνοούν την ανεργία, αποθαρρύνοντας τις προσλήψεις. Τα ιταλικά συνδικάτα έχασαν πρόσφατα σε ένα δημοψήφισμα με θέμα την επέκταση της ισχύος αυτού του νόμου από τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις και στις μικρές.

Οπως παρατηρεί, ωστόσο, οικονομολόγος της Credit Suisse, «υπάρχει ακόμη απροθυμία να αντιμετωπιστεί το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, ήτοι οι συμβάσεις διαρκούς απασχόλησης». Παρ’ όλα αυτά, το ενιαίο νόμισμα ασκεί ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις στις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη διασφάλιση της απασχόλησης και της ανάπτυξης, αποκαλύπτοντας τις διαφορές τους σε ό,τι αφορά στην εργατική νομοθεσία. Το γεγονός λειτουργεί υπέρ χωρών όπως η Ιρλανδία, η οποία εγκατέλειψε από καιρό την τύπου Ηπειρωτικής Ευρώπης προστασία των εργαζομένων, καθώς και η Ισπανία, η οποία έλαβε μέτρα για να προσελκύσει περισσότερους ενδιαφερόμενους στην αγορά εργασίας και να αυξήσει την κινητικότητα των εργαζομένων. Το ποσοστό της ανεργίας στην Ισπανία παρουσιάζει τεράστια πτώση σε σύγκριση με τα προ δεκαετίας δεδομένα, όταν άγγιζε το 20%.

Περιορισμός γραφειοκρατίας

Στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, ορισμένες κυβερνήσεις απλοποιούν τις διαδικασίες ίδρυσης εταιρειών. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ίδρυση μιας νέας εταιρείας στην Αυστρία κόστιζε μέχρι πέρυσι περί τα 1.500 ευρώ και απαιτούσε διαδικασίες που συνήθως διαρκούσαν έως και έξι εβδομάδες. Φέτος όμως -και κατόπιν μεταρρυθμίσεων- μπορεί κανείς να ιδρύσει με μηδαμινό κόστος μία εταιρεία μέσα σε ένα 24ωρο.

Οπως παρατηρεί εμπειρογνώμονας του ΟΟΣΑ, «πιστεύουμε ότι αρχίζει να γίνεται συνείδηση στην Ευρώπη πως οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να προωθηθούν, διατηρώντας παράλληλα ένα ικανοποιητικό επίπεδο κοινωνικής πρόνοιας…».

Τέλος, αν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανησυχεί για την αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων στην Ευρωζώνη, αναλυτές υποστηρίζουν ότι η χαλάρωση των δημοσιονομικών δαπανών μπορεί να βοηθήσει στην επανεκκίνηση της οικονομικής μηχανής της. Ωστόσο, εάν δεν αυξηθούν οι δαπάνες για να περιορισθούν οι βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις τους, θα είναι δύσκολο να πεισθούν τελικώς οι Ευρωπαίοι για τα μακροπρόθεσμα οφέλη τους.