ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δίκοπο μαχαίρι, η ενδεχόμενη ανατίμηση του κινεζικού γουάν

Οταν τα πράγματα δυσκολεύουν, τότε τα κτυπήματα στρέφονται στην Κίνα και αυτό συμβαίνει τουλάχιστον στην περίπτωση της Ουάσιγκτον. Με τις υπάρχουσες ενδείξεις ότι η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας θα αργήσει να πραγματοποιηθεί, κερδίζει έδαφος η αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων – ένας τέτοιος ιδανικός στόχος φαίνεται ότι είναι το καθεστώς παγιωμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του κινεζικού νομίσματος, ειδικά εφόσον το έλλειμμα του ισοζυγίου εμπορικών συναλλαγών των ΗΠΑ εμφάνισε διόγκωση, ενώ οι εξαγωγές της Κίνας παρουσίασαν αύξηση 33% σε ετήσια βάση.

Ωστόσο, η πολεμική ρητορεία της Ουάσιγκτον διατρέχει τον κίνδυνο να λησμονήσει κάτι, και αυτό δεν είναι άλλο από το ότι μία ανατίμηση του γουάν πιθανώς να έχει συνέπειες για τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά ενδεχομένως και οφέλη. Οι κεντρικές τράπεζες της Ασίας, μεταξύ των οποίων και αυτή της Κίνας, αύξησαν τις επενδύσεις τους σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα περισσότερο από 20% κατά το παρελθόν έτος, εν μέρει διότι καταβάλλουν προσπάθειες να διατηρήσουν τα νομίσματά τους εξασθενημένα υπό συνθήκες διογκούμενου πλεονάσματος του ισοζυγίου εμπορικών συναλλαγών. Εάν αυτές οι αγορές διακοπούν, ο αντίκτυπος στις τιμές των αμερικανικών ομολόγων πιθανώς να αποδειχθεί βαρύς. Πέραν αυτού, μεταξύ των εταιρειών που επωφελούνται από τη βιομηχανική ανάπτυξη της Κίνας, περιλαμβάνονται και πολλές αμερικανικές. Υπολογίζεται ότι περίπου το ήμισυ όλων των «κινεζικών» εξαγωγών προέρχονται από εταιρείες ξένης ιδιοκτησίας. Εάν ποτέ η Κίνα εισερχόταν σε στάδιο ουσιαστικής ανατίμησης, τα περιθώρια κέρδους των αμερικανικών εταιρειών θα περιστέλλονταν.

Στην πράξη μια δραστική ανατίμηση μάλλον φαίνεται απίθανη. Αλλωστε το Πεκίνο αντιτάσσεται σθεναρά σε κάθε ριζική αλλαγή. Εάν κινητοποιηθεί, τότε μάλλον θα κατευθυνθεί προς αθόρυβα μέτρα για την εξισορρόπηση προσφοράς και ζήτησης για το γουάν και όχι προς αλλαγές, που αφορούν τη συναλλαγματική ισοτιμία σύνδεσης δολαρίου-γουάν. Αυτά τα μέτρα ίσως να μην ικανοποιήσουν τους Αμερικανούς πολιτικούς, αλλά φαίνονται ως η πλέον ορθολογική επιλογή τόσο για το Πεκίνο όσο και για την Ουάσιγκτον, Δυστυχώς, πάντως, δεν υπάρχει μια μαγική κινεζική συνταγή για να θεραπεύσει και τις υπόλοιπες οικονομικές ασθένειες του κόσμου.

Πρόωρη… κατάργηση

Τον Οκτώβριο του 2001, όταν το αμερικανικό υουργείο των Οικονομικων ανακοίνωνε την κατάργηση των ομολόγων 30ετούς διάρκειας, έκανε αναφορά σε δύο λόγους. O πρώτος σχετιζόταν με το ότι η μακροπρόθεσμη προοπτική των πλεονασμάτων του προϋπολογισμού θα καθιστούσε πλεονασματικές σε σχέση με τις κατά καιρούς ανάγκες τις εκδόσεις μακροπρόθεσμων ομολόγων. O δεύτερος αναφερόταν στο ότι η μεταφορά του χρέους σε πιο βραχυπρόθεσμη βάση θα μειώνει το μέσο κόστος της χρηματοδοτήσής του.

Η επικείμενη αποχώρηση του Πίτερ Φίσερ, του αρμόδιου για το δημόσιο χρέος υφυπουργού Οικονομικών, έχει οδηγήσει σε εικασίες περί επαναφοράς των ομολόγων 30ετούς διάρκειας. Φυσικά, το υπουργείο δεν μπορεί να παραδεχθεί ανοικτά ότι έκανε λάθος όταν τα καταργούσε, με αποτέλεσμα μια σχετική ανακοίνωση και η αιτιολόγησή τους να αναμένονται -εφόσον εκδοθούν- με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οι μακροπόθεσμες εκτιμήσεις για την εξέλιξη των προϋπολογισμών πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή, είτε αναφέρονται σε ελλείμματα είτε σε πλεονάσματα. Δεδομένης όμως της τρέχουσας, δυσμενέστατης προοπτικής, είναι αστείο να αιτιολογογείται η κατάργηση των μακροπρόθεσμων ομολόγων από την προβλεπόμενη, μεσο-μακροπρόθεσμη διαμόρφωση του προϋπολογισμού. Είναι δε γεγονός ότι με δεδομένη την «ανισορροπία» του προϋπολογισμού, που είχε ήδη αρχίσει να λαμβάνει διαστάσεις προ 21 μηνών, υπήρξαν ακόμη και σκέψεις ότι το υπουργείο των Οικονομικών προσπαθούσε να χειραγωγήσει την αγορά. Εκείνη την εποχή, η μείωση των επιτοκίων του δολαρίου από τη Fed δεν είχε επιφέρει ακόμη το ποθητό αποτέλεσμα σε ό,τι αφορά τα μακροπρόθεσμα επιτόκια.

Εκτοτε, από το 2001, η Fed έχει καταφέρει να μειώσει τα μακροπρόθεμα επιτόκια, ίσως και υπερβολικά μετά και τη συνεδρίαση της αρμόδιας για τη νομισματοπιστωτική πολιτική της επιτροπής τον Μάιο. Μετά την πρόσφατη διόρθωση, η απόδοση του 30ετούς ομολόγου, του οποίου η προσφορά είναι πλέον περιορισμένη -λόγω της κατάργησης των νέων εκδόσεων- υποχώρησε τον περασμένο μήνα κάτω από το 4,2% και σήμερα παραμένει μόλις στο 5%. Είναι δύσκολο να διακρίνει λοιπόν κανείς γιατί το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δεν θα έπρεπε να εξασφαλίσει τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού του για όσο το δυνατόν περισσότερο.