ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τολμηρές επενδύσεις σε στόχους εξαγορών

Ηεπικείμενη οικονομική ανάκαμψη βρίσκεται ολοένα προ των θυρών και ολοένα αναβάλλεται. Οι μέχρι στιγμής ανακοινώσεις οικονομικών αποτελεσμάτων των εισηγμένων ευρωπαϊκών εταιρειών, αλλά και οι εκτιμήσεις τους για την εξέλιξη των πωλήσεων και της κερδοφορίας τους έως τα τέλη του έτους, σκιαγραφούν μία μεικτή, αμφίβολη εικόνα. Φυσικά, για τους επενδυτές, οι οποίοι επιθυμούν να διοχετεύσουν κεφάλαια στη χρηματιστηριακή αγορά, υπάρχει πάντα η συντηρητική μέθοδος εντοπισμού των κατάλληλων μετοχών, η μελέτη και ανάλυση των «κλασικών» δεικτών και η αξιολόγηση της προοπτικής κερδοφορίας κάθε εταιρείας, στη βάση των εκτιμήσεων μετοχής προς μετοχή. Ωστόσο, οι πιο έμπειροι και ίσως και οι πιο γενναίοι από τους επαγγελματίες επενδυτές και διαχειριστές κεφαλαίων αναφέρονται πλέον και σε μία εναλλακτική πρακτική επιλογής μετοχών. Πρόκειται για την εκτίμηση περιπτώσεων εταιρειών, οι οποίες θα αποτελέσουν πιθανόν στόχους εξαγοράς. Ενα πρόσφατο, χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η επιθετική προσφορά της καναδικής Αlcaγια τη γαλλική Pechiney, της οποίας η δημοσιοποίηση είχε ως αποτέλεσμα να εκτιναχθεί η τιμή της μετοχής της τελευταίας. Αξιοσημείωτα είναι επίσης τα κέρδη των διαχειριστών κεφαλαίων, οι οποίοι στις αρχές της χρονιάς αξιολογούσαν ότι βρετανικές αλυσίδες καταστημάτων λιανικών πωλήσεων θα αποτελούσαν τους επόμενους μήνες στόχους εξαγοράς, ίσως δε ακόμη και να εμπλέκοντο σε έναν πόλεμο προσφορών και αντιπροσφορών από ενδιαφερόμενους αγοραστές. Οι τιμές των μετοχών των εν λόγω εταιρειών παρουσίαζαν άλλωστε σημαντική πτώση, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που είχε οδηγήσει σε συρρίκνωση των πωλήσεων τους. Και, πράγματι, γνωστά βρετανικά ονόματα στο χώρον των λιανικών πωλήσεων, όπως είναι οι Ομιλοι Selfridges και Debenhams, αλλά και εταιρείες σούπερ-μάρκετ, όπως οι Somerfield και Safeway βρέθηκαν στο επίκεντρο του κύματος εξαγορών. Ετσι, από τις αρχές του έτους, οι τιμές των μετοχών τους παρουσίασαν επανειλημμένως αυξήσεις της τάξεως του 50% ή και 100%, αποδίδοντας μεγάλα κέρδη σε όσους τις είχαν προτιμήσει.

Επιθετικές προσφορές

Μέχρι στιγμής φέτος, η αξία των εξαγορών και συγχωνεύσεων στην Ευρώπη ανέρχεται στα 315 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσόν χαμηλό σε σχέση με τα αντίστοιχα περασμένων περιόδων. Ομως, πολλές από τις εν λόγω εξαγορές, λόγω δε και των συνθηκών που χαρακτηρίζουν την οικονομία, ήταν επιθετικές και όπως προαναφέρουμε οδήγησαν σε γύρους προσφορών και αντιπροσφορών καθώς και σε προσπάθειες των εταιρειών -στόχων εξαγοράς- να ενισχύσουν τη θέση τους και να αποκρούσουν τους «εισβολείς». Φυσικά, όλα αυτά σημαίνουν σημαντικές μεταβολές και σε επίπεδο χρηματιστηριακής αγοράς.

Οπως εξηγούν εμπειρογνώμονες, το κλειδί για την επιτυχία στις χρηματιστηριακές επενδύσεις στη βάση του κριτηρίου των πιθανών εξαγορών βρίσκεται στην απόδοση της ρευστότητας των επιχειρήσεων, εν μέσω του τρέχοντος περιβάλλοντος των χαμηλών επιτοκίων και των χαμηλών αποδόσεων των ομολόγων. Σε πολλές περιπτώσεις στην Ευρώπη, η εν λόγω απόδοση -η οποία υπολογίζεται ως η αναλογία του ρευστού που εξασφαλίζει σε ετήσια βάση κάθε εταιρεία, ως προς τη χρηματιστηριακή αξία της- είναι υπερδιπλάσια της απόδοσης του ομολογιακού δανεισμού των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι μία εταιρεία, η οποία επιθυμεί να εξαγοράσει μία άλλη, μπορεί να δανεισθεί έως και το 100% του απαιτούμενου ποσού, καταφέρνοντας μάλιστα να υπερκαλύψει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εν λόγω δανεισμό, από τη διάθεση του ρευστού -των κερδών- που υπολογίζεται ότι θα εξασφαλίσει η εταιρεία που εξαγοράσθηκε.

Πιθανοί κλάδοι

Η προαναφερόμενη πλεονασματική αυτή ρευστότητα επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις -εφόσον το αποφασίσουν- να προχωρούν σε επαναγορές μετοχών τους ή να αυξάνουν τα μερίσματα που διαθέτουν στους μετόχους τους. Εάν δεν πράττουν ούτε το ένα, ούτε το άλλο, οι επενδυτές θα είναι σοφοί να τις συμπεριλάβουν σε έναν κατάλογο εταιρειών και αντιστοίχως κλάδων, οι οποίες πιθανόν να ενδιαφέρονται για εξαγορές. Αναλυτές εκτιμούν ότι κλάδοι, των οποίων αναμένεται η αναδιάρθρωση στην Ευρώπη είναι των ξενοδοχείων και του τουρισμού, των φαρμακοβιομηχανιών, των κατασκευαστών διαρκών καταναλωτικών αγαθών και ακόμη και της υψηλής τεχνολογίας. Οπως εξηγούν, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, εταιρείες οι οποίες ανήκουν σε κλάδους όπου είναι πλέον δύσκολο να έχουν το «πρόσταγμα» σε ό,τι αφορά στη διαμόρφωση των τιμών των προϊόντων τους ή των υπηρεσιών που παρέχουν, αποφασίζουν εξαγορές. Ετσι, περιορίζουν τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά τους και ισχυροποιούν τη θέση τους σε αυτήν, αντί να διαθέσουν κεφάλαια για να αναπτύξουν τη δική τους, πιθανότατα περαιτέρω πλεονασματική παραγωγική ικανότητα, στο πλαίσιο πάντα των συνθηκών που επικρατούν προς το παρόν στην αγορά.