ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΗΠΑ: η πτώση του δολαρίου βοήθησε τις αμερικανικές αγορές

Αν τα νομίσματα ήταν ομάδες μπάσκετ, το δολάριο θα ήταν η φετινή εκδοχή των Νικς της Νέας Υόρκης, οι οποίοι έχουν χάσει τα δύο τρίτα των αγώνων που έδωσαν αυτήν τη σεζόν. Κάθε εβδομάδα που περνάει, το άλλοτε παντοδύναμο νόμισμα διολισθαίνει περαιτέρω προς όφελος ευρωπαϊκών και ασιατικών «ταλέντων». Το 2003, το δολάριο ΗΠΑ απώλεσε περί το 19% της αξίας του έναντι του ευρώ και περίπου το 10% έναντι της στερλίνας. Ελάχιστα καλύτερες, δε, ήταν οι επιδόσεις του έναντι άλλων νομισμάτων μεγάλων εμπορικών εταίρων, όπως η Ιαπωνία και ο Καναδάς.

Οι αναλυτές της αγοράς ομολόγων εκφράζουν ανησυχίες ότι το αποδυναμωμένο δολάριο και τα χαμηλά επιτόκια θα ενθαρρύνουν τους ξένους επενδυτές, ιδιαίτερα τους Ασιάτες και τους Ευρωπαίους -οι οποίοι χρηματοδοτούν προς το παρόν το κρατικό χρέος των ΗΠΑ- να επενδύσουν αλλού. H προοπτική αυτή θα ήταν καταστροφική. Καθώς το συνολικό εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, τα αξιόγραφα είναι από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα των ΗΠΑ. H πώληση ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου είναι μόνον ένας από τους πολλούς τρόπους επαναπατρισμού των κεφαλαίων. Τα δολάρια που στέλνουμε σε προσωρινή εξορία επανέρχονται με τη μορφή ρευστού στα πορτοφόλια των Βρετανών τουριστών που επισκέπτονται τη Ντίσνεϊλαντ, ή με τη μορφή μετοχών που αγοράζουν τα ευρωπαϊκά συνταξιοδοτικά ταμεία. Τα δολάρια επιστρέφουν επίσης όταν οι Ιάπωνες παίκτες γκολφ αγοράζουν βίλες στη Χαβάη ή όταν γερμανικές εταιρείες εξαγοράζουν αμερικανικές ανταγωνίστριες. Και καθώς το δολάριο έχει αποδυναμωθεί σημαντικά, όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι σήμερα διαθέσιμα προς πώληση.

Κάποιοι δείκτες καταγράφουν αύξηση των διασυνοριακών επενδύσεων τον τελευταίο καιρό. Για το 2003, οι ευρωπαϊκές εταιρείες ανακοίνωσαν εξαγορές αμερικανικών αξίας 13 δισ. δολαρίων, έναντι 44 δισ. το 2002, σύμφωνα με την ThomsoFirst Call. Ομως, σχεδόν το 40% του συνόλου για το 2003 -ήτοι, 5,1 δισ. δολάρια- έγινε το τέταρτο τρίμηνο, σημειώνοντας ρυθμούς υπερδιπλάσιους από εκείνους του τρίτου.

Πολλές συμφωνίες έγιναν τον Δεκέμβριο. H γερμανική εταιρεία καταναλωτικών προϊόντων Henkel συμφώνησε στην εξαγορά της Dial Corporatioαντί 2,9 δισ. δολαρίων και ανακοίνωσε πρόσφατα ότι εξαγοράζει επίσης την εταιρεία παραγωγής προϊόντων περιποίησης μαλλιών Adva-nced Research Laboratories, αντί αδιευκρίνιστου τιμήματος. Επίσης πρόσφατα, ομοσπονδιακό δικαστήριο πτωχεύσεων ενέκρινε την πώληση περιουσιακών στοιχείων της Rouge Industries στη ρωσική χαλυβουργία Seve-rstal. Αναλυτές της MorgaStanley θεωρούν ότι αυτές οι συμφωνίες είναι οιωνοί άλλων για το 2004.

H ισχύς των ξένων νομισμάτων έχει σωτήρια επίδραση στον τουρισμό. Τώρα που το ευρώ συναντάται ακόμα και στο Λας Βέγκας, οι Ευρωπαίοι τουρίστες, οι οποίοι αναλογούν στο 45% όλων των ξένων επισκεπτών και δαπάνησαν περί τα 22 δισ. δολάρια το 2002, επιστρέφουν στις ΗΠΑ. Πρόσφατα, το υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε ότι τον Σεπτέμβριο οι επισκέπτες από τη δυτική Ευρώπη ήταν κατά 2% περισσότεροι σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2002. Κατά 5% περισσότεροι ήταν οι επισκέπτες από τη Βρετανία, κατά 13% από την Ιταλία και κατά 15% από την Ισπανία. Για το 2004, το υπουργείο προβλέπει αύξηση 6% των επισκεπτών από την Ευρώπη.

Είναι λογικό οι τουρίστες να συρρέουν σε περιοχές όπου το εγχώριο νόμισμά τους γίνεται πιο αποδεκτό. Ωστόσο, ταξιδεύοντας στο εξωτερικό, το χρήμα δεν συμπεριφέρεται πάντα με την ίδια λογική.

Οταν πέφτει το δολάριο, αναμένεται απομάκρυνση των ξένων από τις τοποθετήσεις πάγιου εισοδήματος, όπως τα ομόλογα, και στροφή τους στις μετοχές. Ομως, στο τρίτο τρίμηνο, οι ξένοι αγόρασαν ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου αξίας 155,9 δισ. δολαρίων, ενώ πώλησαν αμερικανικές μετοχές αξίας 2,6 δισ. δολαρίων. Οι αγορές αμερικανικών αξιογράφων από ξένους έφθασαν τα 539,9 δισ. δολάρια το πρώτο εννεάμηνο του 2003, ήτοι ελάχιστα χαμηλότερα από το ρεκόρ των 547,5 δισ. δολαρίων για το σύνολο του 2002.

Με άλλα λόγια, παρότι έπεφτε το δολάριο, το ρευστό εισέρρεε στις αμερικανικές αγορές με υγιείς ρυθμούς το 2003, αν και όχι στις μετοχές, αλλά στα ομόλογα. Ισως φταίει η παραδοσιακή βραδύτητα των Ευρωπαίων ν’ ανταποκριθούν στις εξελίξεις, ίσως η καχυποψία τους στις αγορές με έκπτωση, σε αντίθεση με ό,τι συνηθίζουν οι Αμερικανοί.