ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πρώτη και το 2003 η Citigroup στη διαχείριση διεθνών ομολόγων

Την πρωτοκαθεδρία στη διαχείριση διεθνών ομολόγων διατήρησε το 2003 η Citigroup Inc. για τρίτο συνεχόμενο έτος, παραμερίζοντας την Deutsche Bank. Οι προμήθειες από τη διαχείριση διεθνών ομολόγων -δηλαδή, των κρατικών και εταιρικών χρεογράφων που είναι διαθέσιμα πέραν των ορίων της εγχώριας αγοράς- αυξήθηκαν το 2003 κατά 26%, φθάνοντας τα 7,3 δισ. δολάρια, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών. Μόνον η Citigroup απέσπασε προμήθειες, ύψους 559 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ τα αντίστοιχα έσοδα της ανταγωνίστριάς της, Deutsche Bank, ανήλθαν στα 485 εκατομμύρια δολάρια. Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να διευκρυνίσουμε ότι η Deutsche Bank κατείχε το 2003 την κορυφαία θέση στην ευρωπαϊκή αγορά έκδοσης και διαχείρισης διεθνών ομολόγων.

Ωθηση από τα επιτόκια

Ο βασικός παράγοντας που έχει ωθήσει πολλές εταιρείες να προχωρήσουν σε έκδοση ομολόγων είναι το γεγονός ότι τα επιτόκια των κορυφαίων κεντρικών τραπεζών βρίσκονταν το 2003 στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Σ’ ό,τι αφορά το 2004, οι παρατηρητές των αγορών εκτιμούν ότι θα αυξηθούν οι πωλήσεις ομολόγων, ενώ στις ΗΠΑ θα σημειώσουν πτώση. Οπως επισημαίνει ο Μάικλ Χένεϊ της MorgaStanley «εκτιμούμε ότι στην Ευρώπη η έκδοση ομολόγων θα αυξηθεί το 2004 κατά 10%», καθώς οι εταιρείες της Γηραιάς Ηπείρου θα αντικαταστήσουν τα πενταετή ομόλογα που πουλήθηκαν το 1999, το έτος που εισήχθη το ευρώ σε λογιστική μορφή, νέα χρεόγραφα.

Για την αποκόμιση νέων κεφαλαίων, οι αμερικανικές εταιρείες θα στραφούν στις χρηματιστηριακές αγορές, δεδομένης της ανάκαμψης των μετοχών, οι τιμές των οποίων παρουσίασαν το 2003 μια σταθερή άνοδο για πρώτη φορά μετά την πάροδο μιας τετραετίας. Ενδεικτικό είναι ότι η μονάδα ασφαλειών ζωής και στεγαστικών δανείων της General Electric, η θυγατρική παραγωγής ημιαγωγών της Motorola Inc. και η Google Inc. σχεδιάζουν εντός του νέου έτους τη δημόσια εγγραφή τους, ύψους πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Το 2003, οι πωλήσεις διεθνών ομολόγων ανήλθαν στα 2,16 τρισ. δολάρια, ξεπερνώντας τα αντίστοιχα 1,65 τρισ. δολάρια που καταγράφηκαν ένα χρόνο πριν. «Ηταν ένα έτος που ξεπέρασε κάθε προσδοκία», τονίζει ο Τσαρλς Μπέρμαν, συνεπικεφαλής του τμήματος πιστωτικών αγορών της Citigroup στο Λονδίνο, συμπληρώνοντας ότι «στις αρχές του 2003 ήμασταν ιδιαιτέρως συγκρατημένοι στις εκτιμήσεις μας για το οικονομικό περιβάλλον, την κατάσταση των επιτοκίων και τις επιπτώσεις του πολέμου».

Αξιοσημείωτο είναι ότι η μεγάλη δραστηριότητα που σημειώθηκε στον τομέα έκδοσης και διαχείρισης διεθνών ομολόγων ακολούθησε μια κατά 7% πτώση στις πωλήσεις των εν λόγω χρεογράφων, λόγω του υψηλού αριθμού εταιρικών χρεοκοπιών. H μείωση των επιτοκίων που συντελέστηκε το 2003 αποτέλεσε την κινητήριο δύναμη στην αύξηση των πωλήσεων ομολόγων. Υπενθυμίζουμε ότι τον Ιούνιο η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου μειώθηκε στα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας 45ετίας, φθάνοντας το 3,7%, ενώ η απόδοση του δεκαετούς γερμανικού ομολόγου υποχώρησε στο 3,5%, ήτοι στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει παρουσιαστεί από το 1973. Εταιρείες, όπως είναι η αυτοκινητοβιομηχανία VolkswageAG, που είναι η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης, προχώρησαν στην έκδοση ομολόγων για την αντικατάσταση υποχρεώσεων υψηλότερου κόστους. Συγκεκριμένα, η Volkswageδιέθεσε σε πώληση τον Μάιο ομόλογα αξίας 4,5 δισ. ευρώ, αντικατοπτρίζοντας τη μεγαλύτερη έκδοση χρεογράφων στην ιστορία της.

Ενας ακόμη λόγος που παροτρύνει τους αναλυτές των αγορών να κάνουν λόγο για την περαιτέρω αύξηση των πωλήσεων διεθνών ομολόγων το 2004 στην Ευρώπη είναι ότι οι εταιρείες στρέφονται ολοένα και περιοσσότερο στην εν λόγω αγορά, μειώνοντας την έκθεσή τους σε τραπεζικά δάνεια. Αν και τα τραπεζικά δάνεια αποτελούσαν τη βασική πηγή χρημαδότησης των εταιρειών, σήμερα, οι όροι χορήγησής τους είναι πιο αυστηροί συγκριτικά με το παρελθόν.