ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μια δύσκολη «εφηβεία» για το ευρώ

Ουδείς αμφιβάλλει ότι η EKT βρίσκεται σε δίλημμα σ’ ό,τι αφορά την απρόσμενη και συνεχή άνοδο του ευρώ και των συνεπειών που προκαλούνται στην Ευρωζώνη, αλλά και στην ευρωπαϊκή οικονομία. Ωστόσο, η αυτούσια εικόνα του ευρώ θα έπρεπε να αποτελεί ένα πρόσθετο αίτιο προβληματισμού. H ανατίμηση του ευρώ στη διεθνή αγορά συναλλαγμάτος δεν αποτελεί, μόνον, μια ισχυρή ένδειξη κύρους. Εκπληρώνεται, παράλληλα, ο φιλόδοξος στόχος της μεταμόρφωσής του σε έναν ελκυστικό επενδυτικό στόχο. Από το 1999, ήτοι το έτος «γέννησής» του, το ευρώ θεωρείται το δεύτερο σημανικότερο νόμισμα του κόσμου, μετά το δολάριο.

Ωστόσο, έχουν υπάρξει και στιγμές αδυναμίας, κατά τις οποίες πολλοί παρατηρητές των αγορών αμφέβαλαν για τη δυναμική του. Το ερώτημα που επεσκίαζε το νεογέννητο ευρώ είναι το πώς θα αποτελέσει έναν ισάξιο ανταγωνιστή του δολαρίου στις αγορές. Ενδεικτικό είναι ότι προ τετραετίας, η κατάρρευσή του αναχαιτίστηκε μόνον χάρη στην παρέμβαση της ΕΚΤ.

Σήμερα, τα δεδομένα έχουν αντιστραφεί. Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η EKT θα εξετάσει διάφορες τακτικές για να εμποδίσει την εκτίναξη του ευρώ στα ύψη, συμπεριλαμβανομένης αυτής της παρέμβασης στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος, ακολουθώντας το παράδειγμα της Ιαπωνίας. Αλλωστε, μια ανεξέλεγκτη άνοδος του ευρώ μπορεί να έχει τις ανάλογες επιπτώσεις στην αξιοπιστία του όσο είχε η μεγάλη πτώση που σημειώθηκε την περίοδο 1999-2000. Παράλληλα, όμως, επηρεάζεται και η πορεία της οικονομίας. Οι εξαγωγές των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έχουν δεχτεί σημαντικό πλήγμα από το ισχυρό ευρώ. Ενδεικτικό είναι ότι αυτήν την εβδομάδα ο διευθύνων σύμβουλος της EADS, Φιλίπ Καμιούς, δήλωσε ότι η αποδυνάμωση του δολαρίου έναντι του ευρώ θα κοστίσει στον ευρωπαϊκό όμιλο αεροναυπηγικής δισεκατομμύρια ευρώ.

Ηδη, αυτήν την εβδομάδα, το γεγονός ότι ο πρόεδρος της EKT, Ζαν-Κλοντ Τρισέ, χαρακτήρισε τη μεταβολή του ευρώ ως «βάναυση», επιβεβαιώνει μια ανησυχία εκ μέρους των αξιωματούχων νομισματικής πολιτικής της Ευρωζώνης. Μια τέτοια στάση είναι πλήρως δικαιολογημένη, δεδομένου ότι το ευρώ ενισχύθηκε το 2003 κατά 20% έναντι του δολαρίου και κατά 50% από τα χαμηλά επίπεδα που επικρατούσαν το 2000. Παρά ταύτα, λίγοι είναι οι αναλυτές που πιστεύουν ότι η EKT θα «ενθαρρύνει» στο άμεσο μέλλον την υποτίμηση του ευρώ. Πράγματι, μια παρέμβαση της EKT με στόχο τη συγκράτηση μιας ανεξέλεγκτης ανόδου του ευρώ μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα αθέμιτο μέσο χειρισμού του νομίσματος.

Οπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση της UBS, «εάν η EKT επιθυμεί το ευρώ να καταστεί άμεσα ανταγωνίσιμο με το δολάριο ως ένα παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, τότε θα ήθελαν ένα ισχυρό, αλλά, συνάμα, και σταθερό νόμισμα». Στη συνέχεια, αναφέρονται τα εξής: «Και το σημαντικότερο, ίσως, όλων είναι ότι η EKT δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι χειρίζεται την αγορά σύμφωνα με τις δικές της επιδιώξεις». Το βασικό επιχείρημα κατά μιας παρεμβατικής πολιτικής είναι ότι θα οδηγήσει στην αύξηση του πληθωρισμού, ενώ, παράλληλα, θα θίξει την αξιοπιστία του ευρώ.

Ωστόσο, το καίριο ερώτημα είναι το εξής: έχει αναβαθμιστεί το ευρώ στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος ή αποτελεί ένα διέξοδο από την αποδυνάμωση του δολαρίου; Οπως επισημαίνει ο Μάικλ Κλάβιτερ, στρατηγικός αναλυτής της WestLB, «αυτό που παρατηρούμε είναι μια αδυναμία του δολαρίου, αντί μιας αυξημένης εμπιστοσύνης στο ευρώ και πολλοί επενδυτές είναι διστακτικοί στο να αλλάξουν τις συνήθειές τους». Στη συνέχεια προσθέτει τα ακόλουθα: «Την τελευταία φορά που το ευρώ είχε σημειώσει μεγάλες απώλειες ήταν ξεκάθαρο ότι ήταν υποτιμήμενο, ενώ, δεδομένων των σημερινών οικονομικών στοιχείων, είναι πιο δύσκολο να υποστηριχθεί κάτι ανάλογο για το δολάριο».

Πράγματι, το μερίδιο του ευρώ στα συναλλαγματικά αποθέματα των κεντρικών τρπεζών του κόσμου, στα οποία οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επιθυμούν την αναβάθμιση του κοινού νομίσματος, αυξήθηκε την περιόδο 2000-2002 κατά μόνον λίγες ποσοστιαίες μονάδες, σύμφωνα τα τελευταία στοιχεία της EKT. Αναλυτικότερα, τα συναλλαγματικά αποθέματα σε όρους ευρώ αναλογούσαν το 2000, σχεδόν, στο 16% των τοποθετήσεων όλων των κεντρικών τραπεζών. Τα αντίστοιχα αποθέματα σε όρους δολαρίου συρρικνώθηκαν την ίδια περιόδο από το 67,5% στο 64,5%, αν και έκτοτε οι ασιατικές κεντρικές τράπεζες έχουν αυξήσει τις τοποθετήσεις τους στο αμερικανικό νόμισμα.

Φυσικά, η προαναφερόμενη επιθυμία των Ευρωπαίων αξιωματούχων δεν δύναται να εκπληρωθεί μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα, συγκριτικά με την ιστορία του δολαρίου ή του γιεν. H αξιοπιστία ενός νομίσματος, σε διεθνή κλίμακα, δεν κρίνεται από την πάροδο μιας τετραετίας. H τρέχουσα περίοδος της μεγάλης ανόδου του ευρώ, ίσως, να αποτελεί ένα ακόμη στάδιο δοκιμασίας, κατά το οποίο θα κριθεί εάν μπορεί να αναβαθμιστεί σε πρωταγωνιστικό στοιχείο των αγορών συναλλάγματος.