ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αρχίζει η κουβέντα για το Δ΄ ΚΠΣ

Παρακολουθώντας τα πρωτοσέλιδα του ευρωπαϊκού Τύπου τις τελευταίες δύο εβδομάδες, διαπιστώνει κανείς ότι η κουβέντα για το τέταρτο κοινοτικό πακέτο ουσιαστικά άνοιξε. Απλώς, θα χρειασθεί πολύ ακόμη χρόνο (και για την ακρίβεια χρόνια) για να κλείσει. Αναμφίβολα πάντως θα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, με το δεδομένο ότι το πακέτο αυτό δεν θα συνδυάζεται μόνο με την ενίσχυση των φτωχότερων νέων μελών της διευρυμένης -από τον Μάιο- Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και με την αναδιάταξη των οικονομικών στόχων της E.E. H ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και των ρυθμών ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομιών για παράδειγμα, φαίνεται ότι μπορεί να μπουν τώρα στην πρώτη γραμμή, συγκεντρώνοντας μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την υπόθεση της σύγκλισης.

Τι θα γίνει λοιπόν με τα λεφτά; Αυτό είναι το μείζον ερώτημα που τίθεται τώρα. Πόσο δηλαδή θα πρέπει να αυξηθούν οι πόροι του προϋπολογισμού; Τι ποσοστό θα πρέπει να κατευθυνθεί για τα μεγάλα διευρωπαϊκά δίκτυα και τι για τις υποδομές στα νέα (και όχι και τόσο προσηλωμένα στο ευρωπαϊκό όραμα) κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης;

Ο θυμός των μεγάλων χωρών, μετά την αποτυχία συμφωνίας για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, φαίνεται να έχει περιορισθεί τις τελευταίες εβδομάδες και να πρυτανεύουν άλλες σκέψεις για τους νέους εταίρους. Οι Γερμανοί, που υποστήριζαν ότι τα λεφτά μπορεί να αποτελέσουν τον διαπραγματευτικό μοχλό για μια συμφωνία για το Σύνταγμα (διαφορετικά πάγωμα στα κονδύλια) βάζουν τώρα νερό στο κρασί τους. O φόβος τους είναι ότι θα υπάρξουν πολλές φτωχές περιοχές στη νέα Ευρωπαϊκή Ενωση, οι οποίες θα παραμείνουν υποβαθμισμένες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τις οικονομίες και για τις κοινωνίες της Ευρώπης. H ψαλίδα των ανισοτήτων θα μεγαλώσει τρομακτικά μέσα στους κόλπους της E.E. και υπό το πρίσμα αυτό κανείς δεν θα μπορεί να κοιμάται ήσυχος.

Η χρηματοδότηση επανεξετάζεται λοιπόν σε ένα νέο έτσι κι αλλιώς πλαίσιο, το οποίο θα επηρεάσει τις αγορές της Ευρωπαϊκής Ενωσης και τις προοπτικές τους. Εάν οι ετήσιες δαπάνες του κοινοτικού προϋπολογισμού για παράδειγμα, αυξηθούν -κατά ένα ισχυρό σενάριο που συζητείται τις ημέρες αυτές στις Βρυξέλλες- από το 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ στο 1,15% το 2006 και στο 1,24% σταδιακά το 2011, τα κονδύλια που θα διατίθενται αυξάνονται αντιστοίχως στα 118 και 153 δισ. ευρώ ετησίως. Τεράστιες διαφορές και κολοσσιαίες φυσικά ενισχύσεις προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση πολιτικής.

Οι αλλαγές αυτές δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστη και την Ελλάδα. Εάν τα κονδύλια αυξηθούν, αλλά αφορούν τη συνοχή και το τέταρτο πακέτο που θα καλύψει τις ασθενέστερες πρώην ανατολικές χώρες, η Ελλάδα δεν θα έχει να κερδίσει ιδιαίτερα πλέον και αυτό δεν είναι το καλύτερο. Αντιθέτως, μία αναπροσαρμοσμένη πολιτική που θα αποσπούσε σημαντικά κονδύλια για τα διευρωπαϊκά δίκτυα, την έρευνα και την τεχνολογία, θα είχε μεγαλύτερο νόημα για την ανάπτυξη, την ανάκαμψη πιο άμεσα και την απασχόληση, πράγματα που θα ωφελούσαν και την ελληνική οικονομία. H πολιτική αυτή που θα χρειασθεί συνολικά δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί, μεταφράζεται σε πρώτη φάση σε 220 δισ. ευρώ και τα χρήματα αυτά αφορούν στην κοινοτική συμμετοχή που καλύπτει ένα μεγάλο μέρος των έργων, όχι βέβαια το σύνολο της επένδυσης. Αμεσα πάντως θα πρέπει τα κονδύλια για τα διευρωπαϊκά δίκτυα να τριπλασιασθούν από πλευράς κοινοτικού προϋπολογισμού, με βάση τα σημερινά δεδομένα, και από το 10% του συνόλου των δαπανών που αντιπροσώπευαν έως τώρα, να φθάσουν τουλάχιστον στο 30% σε πρώτη φάση.

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα για τη δημιουργία των μεγάλων διευρωπαϊκών δικτύων, το οποίο συζητήθηκε το καλοκαίρι στην Κομισιόν, υπενθυμίζουμε ότι περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση και η κατασκευή του οδικού άξονα Αθήνα – Πάτρα – Ηγουμενίτσα – Σόφια – Βουδαπέστη. Περιλαμβάνει δηλαδή την πολυσυζητημένη χάραξη της εθνικής Ιονίας Οδού (κατά το αντίστοιχο της Εγνατίας στη Βόρειο Ελλάδα) που θα ενώνει με μεγάλο ταχείας κυκλοφορίας δρόμο, όλη τη Δυτική Ελλάδα, η οποία σήμερα δεινοπαθεί από το στενό και αργό οδικό άξονα, από το Αντίρριο μέχρι τα Ιωάννινα. Αλλο κονδύλι επίσης έχει εγγραφεί για την κατασκευή μικρότερης αρτηρίας που θα ενώνει την Καλαμάτα – Ηγουμενίτσα και το Ρίο. Πράγματα που θα μετατοπίσουν κατά ένα σημαντικό μέρος το τουριστικό ενδιαφέρον και τις επενδύσεις προς τις δυτικές ακτές.