ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΗΠΑ: επιλεκτικοί οι επενδυτές στην αγορά των αμοιβαίων

H βιομηχανία αμοιβαίων κεφαλαίων διέρχεται την πλέον σοβαρή κρίση αξιοπιστίας που την έχει πλήξει εδώ και περισσότερο από έξι δεκαετίες. Περί τις δώδεκα εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων έχουν σπιλωθεί σε κάποιο βαθμό καθώς οι ρυθμιστικές αρχές έχουν διερευνήσει τις πρακτικές που εφαρμόζουν στις συναλλαγές τους.

Στελέχη της βιομηχανίας αμοιβαίων κεφαλαίων και διαχειριστές χαρτοφυλακίου έχουν κατηγορηθεί ότι επέτρεψαν σε ευνοούμενους πελάτες τους να πραγματοποιήσουν συναλλαγές αφού είχε κλείσει η αγορά, συχνά εις βάρος άλλων πελατών τους. Πεπειραμένοι διευθύνοντες σύμβουλοι τριών εταιρειών αμοιβαίων κεφαλαίων έχουν απομακρυνθεί από τις θέσεις τους, πολλά άλλα στελέχη και διαχειριστές έχουν παραιτηθεί ή απολυθεί και μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες αμοιβαίων κεφαλαίων συμφώνησε να μειώσει τις χρεώσεις της προκειμένου να κατευνάσει τον γενικό εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, τον κ. Ελιοτ Σπίτζερ.

Μια τόσο προβληματική ακολουθία δυσάρεστων εξελίξεων σε μια βιομηχανία που σημείωσε τόσο μεγάλες επιτυχίες, μάλλον θα έπρεπε να είχε προκαλέσει μαζική διαρροή των επενδυτών της, έτσι δεν είναι; Οχι ακριβώς. Στην πραγματικότητα, ο κλάδος των αμοιβαίων κεφαλαίων ευδοκιμεί. Τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια προσήλκυσαν περισσότερα από 61 δισ. δολάρια μέσα στο τελευταίο τρίμηνο του 2003, δηλαδή αφ’ ότου δημοσιοποίησε ο κ. Σπίτζερ τις έρευνες που διεξάγει στις αθέμιτες συναλλαγές. Οι επενδυτές δεν κωφεύουν πλήρως στα κακά νέα. Εχουν, αντιθέτως, τιμωρήσει σκληρά ορισμένες εταιρείες και κυρίως τις Putnam και Janus Capital, που επέτρεψαν σε ορισμένους από τους πελάτες τους να διαπραγματευθούν μετοχές κατά τρόπο ουσιαστικά απαγορευμένο για τους μακροπρόθεσμους επενδυτές. Σε αντάλλαγμα, οι ευνοούμενοι αυτοί πελάτες επένδυσαν τεράστια ποσά στις εταιρείες αυτές ή δεσμεύθηκαν να το κάνουν. Οι επικριτές της πρακτικής αυτής διαμαρτύρονται ότι συμφωνίες αυτού του είδους απέβησαν επιζήμιες για τους μακροπρόθεσμους επενδυτές, καθώς αύξησαν τα έξοδα των εταιρειών αμοιβαίων κεφαλαίων και σκόρπισαν τα κέρδη τους.

Η Putnam είχε καθαρές εκροές 11,1 δισ. δολαρίων από τα μετοχικά αμοβιαία κεφάλαια τον Νοέμβριο, ενώ διαγράφηκαν 2,2 δισ. δολάρια από τα μετοχικά αμοιβαία της Janus Capital, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η AMG Data Services. Δεν είναι σαφές αν η οικονομική αυτή αιμορραγία επιταχύνθηκε ή υποχώρησε τον περασμένο μήνα, επειδή καμία από τις εταιρείες αυτές δεν έχει ακόμη αναφέρει τα οικονομικά της στοιχεία. Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα χρήματα φαίνεται να έχουν καταλήξει σε μετοχικά αμοιβαία που χειρίζονται άλλες μεγάλες εταιρείες όπως η Fidelity Investments και η Vanguard Group παρά σε ομόλογα, μετρητά ή ατομικές μετοχές. Δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις που να καταδεικνύουν ότι οι επενδυτές έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα εν ενεργεία κεφάλαια. Εμπειρογνώμονες επί της συμπεριφοράς των επενδυτών αναφέρουν πολλά αίτια για τη σιωπηρή αυτή αντίδραση, αλλά ξεχωρίζει ένας από όλους.

«Οι επενδυτές αντιδρούν πολύ, πολύ αργά», αναφέρει ο Χερς Σεφρίν, καθηγητής Οικονομικών στο πανεπιστήμιο Santa Clara της Καλιφόρνιας, που διευκρινίζει: όταν η αγορά ανεβαίνει και αυξάνεται η αξία του χαρτοφυλακίου τους, οι επενδυτές τείνουν να εστιάζουν στις θετικές εξελίξεις και να διυλίζουν τις αρνητικές. Μόνον όταν η αγορά αρχίσει να υποχωρεί, τότε ενδιαφέρονται να εντοπίσουν κάποιον, ένα διαπραγματευτή ή διαχειριστή κεφαλαίων, στον οποίο θα μπορούν να επιρρίψουν την ευθύνη για την κακοδαιμονία τους. Οι προηγούμενες έρευνες του κ. Σπίτζερ σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αναλυτών μετοχών υπαλλήλων μεγάλων επενδυτικών τραπεζών ακούστηκαν πολύ περισσότερο, επισημαίνει ο κ. Σεφρίν, επειδή ξετυλίγονταν από τη ζημία που είχαν υποστεί τα χαρτοφυλάκια όταν «έσκασε η φούσκα της αγοράς». O κ. Σεφρίν αμφιβάλλει αν τα σκάνδαλα των αναλυτών θα είχαν προσελκύσει το ενδιαφέρον των αναλυτών σε περίπτωση που ξέσπαγαν την εποχή της ανόδου της αγοράς.

Σύμφωνα με τον Τεράνς Οντίν, καθηγητή του Haas School of Business στο πανεπιστήμιο Berkeley της Καλιφόρνιας, στο σκάνδαλο των αμοιβαίων κεφαλαίων, οι περισσότεροι επενδυτές πιθανότατα δεν αντιλαμβάνονται περί τίνος πρόκειται επειδή οι κατηγορίες περί παράνομων συναλλαγών είναι κάπως μυστηριώδεις αν συγκριθούν, για παράδειγμα, με την κατηγορία της συναλλαγής με εμπιστευτική πληροφόρηση ή την κατηγορία για λογιστικές ατασθαλίες σε μια επιχείρηση. Οταν κατέρρευσε η Enron, πολλοί από τους υπαλλήλους της έχασαν όχι μόνον τις θέσεις τους αλλά και όλον τον πλούτο που είχαν συγκεντρώσει σε μετοχές της εταιρείας. Αντίθετα, στην περίπτωση των αμοιβαίων κεφαλαίων, οι ζημίες των επενδυτών ήταν σχετικά μικρές και αφορούσαν έναν μεγάλο αριθμό μετόχων. «Το σοκ δεν αφορά τόσο το ποσό των χρημάτων όσο την τρωθείσα εμπιστοσύνη», τονίζει ο κ. Οντίν και προσθέτει: «Δεν τους αρέσει να χάνουν συστηματικά μικρά ποσά, αλλά ανησυχούν πολύ περισσότερο αν χάνουν ένα μικρό ποσό όταν η αγορά πέφτει παρά όταν ανεβαίνει».