ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πολλοί κώδικες, λίγοι νόμοι, ελάχιστη προθυμία για διαφάνεια στην Ευρώπη

H Ιταλία φημίζεται για την αδυναμία της στον τομέα της εταιρικής διακυβέρνησης σε συνάρτηση με την εκμετάλλευση των μικρομετόχων. Ωστόσο, ανάλογες εντυπώσεις έχουν δημιουργηθεί και για άλλες χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Ολλανδίας και της Ελβετίας. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί η ελβετική Adecco, η μεγαλύτερη εταιρεία εύρεσης προσωρινών θέσεων του κόσμου, η οποία ανακοίνωσε αυτήν την εβδομάδα ότι θα αναβληθεί η δημοσιοποίηση των περσινών αποτελεσμάτων, λόγω της πιθανής ύπαρξης «προβλήματων συμμόρφωσης, εποπτείας και λογιστικής… σε ορισμένες χώρες». Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν ένα κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, δίχως την ύπαρξη ενός ανάλογου νομικού πλαισίου, με αποτέλεσμα τα κριτήρια που έχουν οριοθετηθεί να μην εφαρμόζονται με συνέπεια.

Ο γερμανικός κώδικας

Στη Γερμανία, μια διορισμένη από την κυβέρνηση επιτροπή που λειτουργεί με επικεφαλής τον Γκέρχαρντ Κρομ, πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της χαλυβουργίας ThysseKrupp, δημοσιοποίησε τον Φεβρουάριο του 2002 μια σειρά συστάσεων για τη μεταρρύθμιση του υπάρχοντος κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης. Με αυτήν την πρωτοβουλία, δημιουργήθηκε ο πρώτος επίσημος κώδικας εταιρικής διακυβέρνησης στη Γερμανία, γνωστός ως «Kodex», ο οποίος στόχευε στην αύξηση των ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, η πλειοψηφία των συστάσεων του κ. Κρομ είναι προαιρετικού χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι οι εταιρείες που δεν συμμορφώνονται με αυτές πρέπει να αιτιολογήσουν τη στάση αυτή στους μετόχους τους. Μέχρι στιγμής, οι γερμανικές εταιρείες έχουν εφαρμόσει τα αυστηρά μέτρα που εμπεριέχει ο εν λόγω κώδικας, όπως είναι η βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ των μετόχων και του διοικητικού συμβουλίου. Πολλές από αυτές τις εταιρείες έχουν δημιουργήσει μια ανεξάρτητη επιτροπή ορκωτών λογιστών, όπως προτείνει ο κώδικας «Kodex» και άλλες έχουν αναβαθμίσει την αυτονομία των εποπτικών τους συμβουλίων. Για παράδειγμα, τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου που στο παρελθόν ήταν διοικητικά στελέχη έχουν περιοριστεί σε δύο.

Παρά ταύτα, οι γερμανικές εταιρείες έχουν παραμελήσει τα τμήματα του κώδικα που δεν είναι και τόσο αρεστά. Για παράδειγμα, όπως ανέφερε ο Μάρκο Μπεχτ του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Εταιρικής Διακυβέρνησης, θα ήταν «καταστροφική» η εφαρμογή της σύστασης για την αποκάλυψη των αμοιβών που λαμβάνουν τα μέλη του διοικητικού αυμβουλίου σε μεμονωμένη βάση.

Στη Γαλλία, μια σειρά επίσημων εκθέσεων προβάλλουν προτάσεις για τη βελτίωση της εταιρικής διακυβέρνησης. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι θα πρέπει να είναι ανεξάρτητο το ένα τρίτο των μελών του δ.σ. στις εταιρείες όπου υπάρχει ένας πλειοψηφικός μέτοχος (όπως είναι οι οικογενειακές επιχειρήσεις που σχεδιάζουν τη δημόσια εγγραφή τους).

Σε ορισμένα μέτωπα έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος. Για παράδειγμα, πέρσι, εφαρμόστηκε νομοθεσία που απαγορεύει τη συμμετοχή στα διοικητικά συμβούλια σε περισσότερες από πέντε διαφορετικές εταιρείες. H κίνηση αυτή προκάλεσε μια σειρά παραιτήσεων ατόμων που είχαν αλληλοδιορισθεί στα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών τους. Ωστόσο, στην πρόοδο αντιστέκονται εταιρείες όπως είναι η Michelin, η οποία ανήκει στην κατηγορία των οικογενειακών επιχειρήσεων. H κατασκευάστρια ελαστικών είναι, σχεδόν, η μοναδική μεγάλη εταιρεία της Γαλλίας που δεν υιοθέτησε κανένα μέτρο μεταρρύθμισης που δημοσιεύτηκε στο πλαίσιο της έκθεσης «Βοενό» για την εταιρική διακυβέρνηση. Πέραν τούτου, έχει ξεσπάσει ένα σκάνδαλο στη Γαλλία που μπορεί να πλησιάσει τις διαστάσεις εκείνου της Parmalat. Στις 23 Δεκεμβρίου του 2003, η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατέληξε σε συμβιβαστική λύση με τον γαλλικού ομίλου MME Vivendi και δυο πρώην επικεφαλής της, του Ζαν-Μαρί Μεσιέ και Φκουλιάμ Χανέζο. Σύμφωνα με την επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τα προαναφερόμενα πρόσωπα πραγματοποίησαν διαδοχικές ενέργειες απάτης κατά τη διάρκεια της περιόδου 1999 με 2002, δηλαδή το έτος που η Vivendi έφθασε στο χείλος του γκρεμού.

Ωστόσο, αυτή η υποτιθέμενη απάτη δεν έλαβε τις διαστάσεις του λογιστικού σκανδάλου της Parmalat.