ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΝΑΛΥΣΗ EFG EUROBANK ERGASIAS ECONOMIC RESEARCH

H κοινή ανακοίνωση των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης και του Προέδρου της ΕΚΤ μετά τη λήξη της συνεδρίασης τη Δευτέρα καθώς και μία σειρά πρόσφατων δηλώσεων από ανώτατους Ευρωπαίους αξιωματούχους που δείχνουν ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν ανησυχεί τελικά ιδιαίτερα για τη πρόσφατη ενίσχυση του ευρώ, συντέλεσαν καθοριστικά στη νέα ανοδική πορεία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος που είδαμε την εβδομάδα που διανύσαμε. Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης και ο κ. Trichet εξέφρασαν μέσω της ανακοίνωσης την ανησυχία τους σχετικά με τις έντονες διακυμάνσεις στην αγορά συναλλάγματος και επανέλαβαν ότι οι ισοτιμίες του ευρώ θα έπρεπε να αντανακλούν τα βασικά μεγέθη της οικονομίας. Εν τούτοις, δεν επανέλαβαν τη συνήθη φράση για επιθυμία ενός «ισχυρού και σταθερού» νομίσματος. Τα σχόλια αυτά δείχνουν ότι η Τράπεζα αρχίζει να στρέφεται στην υιοθέτηση ενός σχετικά ηπιότερου ύφους αναφορικά με τη πρόσφατη ενδυνάμωση του ευρώ μετά τα έντονα σχόλια του κ. Trichet στο πλαίσιο της συνεδρίασης του G10 τη προηγούμενη εβδομάδα όταν είχε τονίσει ότι οι απότομες διακυμάνσεις στην αγορά συναλλάγματος δεν είναι επιθυμητές. Η τελευταία αυτή εξέλιξη, καθώς και το γεγονός ότι οι αρχές των ΗΠΑ δεν φαίνεται να προβληματίζονται για τη σημαντική πτώση του δολαρίου οδηγεί την αγορά στη σκέψη ότι η πιθανότητα δημοσίευσης μιας κοινής ανακοίνωσης στην επόμενη συνεδρίαση του G7 στις 6 – 7 Φεβρουαρίου που θα στοχεύει στο να αποτρέψει μιαν ενδεχόμενη περαιτέρω αποδυνάμωση του δολαρίου, φαίνεται να είναι περιορισμένη. Επίσης, η εκτίμηση της αγοράς ότι, παρά την έντονη φημολογία των τελευταίων ημερών, η ΕΚΤ δεν προτίθεται να προβεί σε μείωση των επιτοκίων, προκειμένου να περιορίσει την αρνητική επίδραση της ενίσχυσης του ευρώ στην οικονομία της Ευρωζώνης, αποτέλεσε έναν ακόμα θετικό παράγοντα για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. O επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ κ. Issing ανέφερε σε ομιλία του σε επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την Τετάρτη ότι οι προοπτικές για τη περαιτέρω πορεία της οικονομίας της Ευρωζώνης είναι ιδιαίτερα θετικές δεδομένων των ιστορικά χαμηλών επιτοκίων και ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή αναμένεται να κυμανθεί κοντά στο 2,0% μεσοπρόθεσμα ενώ στη συνέχεια -μέσα στο 2004- εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σε επίπεδα τα οποία διασφαλίζουν το στόχο της Τράπεζας για διατήρηση των συνθηκών σταθερότητας τιμών. Ο αξιωματούχος της ΕΚΤ προειδοποίησε επίσης τους επενδυτές ότι η πρόσφατη ανατίμηση του ευρώ δεν αποτελεί «παίγνιο μονής κατεύθυνσης», αφήνοντας να εννοηθεί ότι το ενδεχόμενο παρέμβασης αποτελεί ένα διαθέσιμο όπλο για τη Τράπεζα σε περίπτωση νέας ενδυνάμωσης του νομίσματος. Τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό με τη τελευταία οικονομική έκθεση της ΕΚΤ που έδωσε νέα στήριξη στην άποψη για αμετάβλητα επιτόκια τους επόμενους μήνες, ώθησαν το ευρώ τη Παρασκευή στα 1.2775 δολάρια για πρώτη φορά τη τελευταία εβδομάδα -και σχετικά κοντά στο ιστορικά υψηλό 1.2898 της προηγούμενης εβδομάδας- ενώ μόλις τρεις ημέρες νωρίτερα είχε υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο του τελευταίου μήνα, 1.2335. Υποχώρηση σημείωσε το δολάριο και έναντι της στερλίνας με την αντίστοιχη ισοτιμία να ανέρχεται επίσης τη Παρασκευή στο 1.8522, όχι μακριά από το υψηλό των τελευταίων 11 ετών 1.8577 στο οποίο είχε βρεθεί στις 12 Ιανουαρίου. Τα ισχυρότερα από τα αναμενόμενα στοιχεία για το ΑΕΠ τετάρτου τριμήνου του 2003 της Μ. Βρετανίας και λιανικών πωλήσεων, καθώς και τα πρόσφατα σχόλια του διοικητή της Τράπεζας κ. King σύμφωνα με τα οποία η υιοθέτηση του νέου πληθωριστικού μέτρου από την Τράπεζα δεν επηρεάζει τη νομισματική πολιτική της, ενίσχυσαν σημαντικά τις τελευταίες ημέρες το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων από τη ΒοΕ τον επόμενο μήνα (σημειώνουμε ότι το νέο μέτρο πληθωρισμού -δείκτης τιμών καταναλωτή- διατηρείται χαμηλότερα από το στόχο της Τράπεζας έναντι του παλιού μέτρου -δείκτης τιμών λιανικής- που ανήλθε το Δεκέμβριο πάνω από το προηγούμενο στόχο της). Αναφορικά με την ισοτιμία δολ. / γιεν, το αμερικανικό νόμισμα υποχώρησε στα 105.76 γιεν νωρίς στην αγορά της Ευρώπης τη Παρασκευή για πρώτη φορά τη τελευταία εβδομάδα, ενώ στη συνέχεια ανέκαμψε σε σχετικά υψηλότερα επίπεδα υπό το φόβο της αγοράς για νέα παρέμβαση από τις ιαπωνικές αρχές. Η αντίστοιχη ισοτιμία είχε ανέλθει την Τρίτη στο 107.90 αμέσως μετά την αιφνίδια απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ιαπωνίας BoJ να υιοθετήσει ακόμα χαλαρότερη νομισματική πολιτική, μια κίνηση που δείχνει την αποφασιστικότητά της να συμβάλει στον περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων στην οικονομία από τη πρόσφατη ενίσχυση του ιαπωνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του προβλήματος του αποπληθωρισμού. Εν τούτοις, τo δολάριο ΗΠΑ κατάφερε να κερδίσει έδαφος έναντι του δολαρίου Καναδά με την αντίστοιχη ισοτιμία να κυμαίνεται τη Παρασκευή κοντά στο 1.3130/35 επηρεασμένο θετικά από την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας BoC τη Τετάρτη να μειώσει τα επιτόκια κατά 25μβ (overnight rate 2.50%) και το ενδεχόμενο -όπως άλλωστε άφησε να εννοηθεί η Τράπεζα από την ανακοίνωση που εξέδωσε- ακόμα χαλαρότερης νομισματικής πολιτικής τους επόμενους μήνες σε περίπτωση που η ενίσχυση του καναδέζικου νομίσματος συνεχίσει να επιδρά αρνητικά στη πορεία της οικονομίας.