ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Κυρίαρχοι και στην αγορά ενέργειας οι διαχειριστές κεφαλαίων

Κυρίαρχοι αναδεικνύονται και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας οι διαχειριστές κεφαλαίων, συντείνοντας στην εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, στις οποίες -ωστόσο- θα μπορούσαν εξίσου «εύκολα» να ασκήσουν πτωτικές πιέσεις.

Η εντεινόμενη κερδοσκοπική δραστηριότητα, σε μια αγορά, που τελεί υπό το βάρος των χαμηλότερων στα τελευταία 28 χρόνια αποθεμάτων αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ εν μέσω και του δριμέος χειμώνα που πλήττει τις βορειοανατολικές Πολιτείες της Αμερικής, αυξάνοντας τη ζήτηση, έχει ωθήσει στα ύψη τις τιμές του πετρελαίου, με ενδεχόμενες επιπτώσεις στην οικονομική ανάκαμψη.

Οπως παρατηρεί ο Ιαν Χέντερσον, αντιπρόεδρος και διαχειριστής κεφαλαίων της JP MorgaFleming, «τα περελαϊκά αποθέματα στις ΗΠΑ κυμαίνονται σε επίπεδα καθοριστικής σημασίας – για την εξέλιξη των τιμών. Αυτήν τη στιγμή, δεν έχει νόημα να μένει κανείς ακάλυπτος στην εν λόγω αγορά, δεν έχει νόημα να πουλάει προθεσμιακά συμβόλαια…».

Οι τιμές του αργού πετρελαίου στην αμερικανική αγορά άγγιξαν την προηγούμενη βδομάδα τα 35,5 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή την υψηλότερη τιμή από τις 17 Μαρτίου, λίγο πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ιράκ. H διοχέτευση πληθώρας κεφαλαίων στην αμερικανική, προθεσμιακή αγορά, είχε επίσης ωθήσει τις τιμές της βενζίνης στη NYMEX στα 1,031 δολάρια το γαλόνι στις 9 Ιανουαρίου, δηλαδή στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του Αυγούστου.

«Με τις τοποθετήσεις των επενδυτικών κεφαλαίων, η αγορά τείνει να σπάσει τα υψηλά επίπεδα αντίστασης, αλλά τα κεφάλαια αυτά μπορούν εύκολα, εφόσον αρχίσουν οι ρευστοποιήσεις, να δημιουργήσουν πτωτικές πιέσεις, παραβιάζοντας και τα επίπεδα στήριξης», δηλώνει αναλυτής στις ΗΠΑ.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι το 30% της δραστηριότητας σε συμβόλαια πετρελαίου και περισσότερο από το 40% σε συμβόλαια βενζίνης στην αγορά NYMEX προ δύο εβδομάδων, προήλθε από επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία αντιμετωπίζονται επίσης ως κερδοσκοπικά, αφού δεν προέρχονται από εταιρείες, οι οποίες έχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, «φυσική» παρουσία στην αγορά ενέργειας. Παρότι τα αντίστοιχα ποσοστά κατά τη διάρκεια του 2003 ήταν σε πολλές περιπτώσεις πολύ υψηλότερα από τα προαναφερόμενα, είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι κεφάλαια, του είδους που ήδη περιγράφουμε, και τα οποία αποκαλούνται «noncommercials», ευθύνονταν έως και προ δεκαετίας μόλις για το 10% έως και το 20% της δραστηριότητας στην αμερικανική ενεργειακή αγορά.

Οπως αναφέρουν αναλυτές, η αυξημένη επιρροή των διαχειριστών κεφαλαίου στην εν λόγω αγορά, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό γαι την άνοδο των τιμών των προϊόντων φέτος τον Ιανουάριο, καθώς τα επενδυτικά κεφάλαια άνοιξαν καθαρές, μακροπρόθεσμες θέσεις ρεκόρ στην αγορά της βενζίνης και πραγματοποίησαν τα υψηλότερα ανοίγματα της τελευταίας τετραετίας στην αγορά του πετρελαίου – πάντα, εννοείται, στις προθεσμιακές αγορές.

Αξιοσημείωτη είναι η δήλωση του Φρεντερίκ Λασέρ, επικεφαλής του τμήματος μελετών των αγορών εμπορευμάτων με τη Societe Generale στο Παρίσι: «Οι εξελίξεις των τιμών καθορίζονται απολύτως από τα επενδυτικά κεφάλαια… H δραστηριότητά τους, έχει ως αποτέλεσμα τις αυξημένες τιμές, με τα εν λόγω κεφάλαια να προσθέτουν γύρω στα 4 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου ανά βαρέλι».

Οι δηλώσεις του κ. Λασέρ έρχονται να δικαιώσουν τα υποστηριζόμενα από πολλά κράτη – μέλη του ΟΠΕΚ, ότι η διατήρηση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα επίπεδα των 22 έως και 28 δολαρίων ανά βαρέλι -που έχει τεθεί ως φάσμα τιμών στόχος εκ μέρους του ΟΠΕΚ- είναι αποτέλεσμα των κινήσεων κερδοσκοπικών κεφαλαίων στην αγορά.

Εμπειρογνώμονες αναφέρουν εξάλλου ότι η δραστηριότητα των επενδυτικών, ή κερδοσκοπικών κεφαλαίων, παρουσιάζεται αυξημένη στην αγορά των εμπορευμάτων, καθώς πολλά από αυτά εγκατέλειψαν την αγορά συναλλάγματος -και συγκεκριμένα το δολάριο- εν μέσω φόβων για τις επιπτώσεις του διερυνόμενου ελλείμματος του ισοζυγίου εμπορικών συναλλαγών των ΗΠΑ.