ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H «δίκη Ακερμαν» αναστατώνει τα επιχειρηματικά ήθη στη Γερμανία

Παρότι βρίσκονται ενώπιον της Δικαιοσύνης με την κατηγορία της «αθέτησης πίστης» ή, στη γερμανική, «Untreue», είναι πλέον προφανές ότι οι έξι κατηγορούμενοι στην υπόθεση των πριμ που χορηγήθηκαν σε στελέχη της Μannesmanτο 2000, έγραψαν και γράφουν ιστορία.

Πρόκειται για έξι από τα πλέον διακεκριμένα στελέχη επιχειρήσεων στη Γερμανία. Ανάμεσά τους ο Αυστριακός Γιόζεφ Ακερμαν, ο πρώτος μη Γερμανός επικεφαλής της μεγαλύτερης γερμανικής αλλά και ευρωπαϊκής τράπεζας, της Deutsche Bank, αλλά και ο Κλάους Εσερ, διευθύνων σύμβουλος της Mannesmann, πριν αυτή εξαγορασθεί, το 2000, από τη βρετανική Voda-fone, έναντι 180 δισεκατομμυρίων ευρώ, σηματοδοτώντας τη μέχρι εκείνην την εποχή μεγαλύτερης αξίας εξαγορά στην ιστορία. O Ακερμαν ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Manne-smann, ως αντιπρόσωπος του μεγαλομετόχου της, της Deu-tsche Bank.

H χορήγηση των πριμ, συνολικής αξίας 57 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων τα 16 εισέπραξε ο Κλάους Εσερ, συνδέεται -σύμφωνα και με τις δηλώσεις του κ. Ακερμαν, με την ευκαιρία της έναρξης της δίκης αυτήν την εβδομάδα- με τη «συμβολή τους στη δημιουργία υπεραξίας, που είχε αποτέλεσμα να αυξηθεί η τιμή εξαγοράς της ανάμεσα στο 1999 και το 2000 κατά 50 δισεκατομμύρια ευρώ, ανερχόμενη στα 180 δισ.».

Οπως τόνισε στους δημοσιογράφους ο Γιόζεφ Ακερμαν, επικρίνοντας τη γερμανική νομοθεσία: «Αυτή είναι η μοναδική χώρα, όπου άτομα τα οποία δημιουργούν με επιτυχία υπεραξίες οδηγούνται στη Δικαιοσύνη… Ως στελέχη επιχειρήσεων, είναι απολύτως απαραίτητο να έχουμε την ευχέρεια να καταβάλλουμε πριμ, αναλόγως των επιδόσεων του καθενός…».

Ως διευθύνων σύμβουλος της Μannesmanτην εποχή, κατά την οποία η Vodafone επεδίωκε την εξαγορά της, ο Κλάους Εσερ είχε προβάλει σε πολλές περιπτώσεις αντιρρήσεις για την πώλησή της. H αρχική επιδίωξη της εισαγγελικής αρχής ήταν να τεκμηριώσει κατηγορία, ότι με τη χορήγηση του πριμ, ο κ. Εσερ εξαγοράσθηκε για να συναινέσει σε αυτήν. Ομως, η αδυναμία στοιχειοθέτησης μιας τέτοιας, άμεσης κατηγορίας οδήγησε τελικώς σε ένα κατηγορητήριο, το οποίο εστιάζεται στην αναζήτηση απαντήσεων σε δύο βασικά ερωτήματα: Ηταν οι πληρωμές των πριμ προς το οικονομικό συμφέρον της Μannesmanκαι τηρήθηκαν οι διαδικασίες κατά τη λήψη της απόφασης για την καταβολή τους;

Αξιο αναφοράς στην υπόθεση αυτή είναι, τέλος, το γεγονός, ότι ο «πρωταγωνιστής» της γερμανικής επιχειρηματικής σκηνής Γιόζεφ Ακερμαν ουδέποτε είχε -σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία- προσωπικό οικονομικό όφελος από τη συμμετοχή του στην, κατά γενική ομολογία, εξαιρετικά επιτυχημένη πώληση της Manne-smann. Ανάμεσα στους έξι κατηγορουμένους, συγκαταλέγονται ο Γιοάκιμ Φανκ, πρώην πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Mannesmann, ο Γιούργεκν Λάντμεργκ, πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Εργαζομένων, καθώς και ο Κλάους Τζβίγκελ, ο οποίος διετέλεσε στο παρελθόν πρόεδρος του μεγαλύτερου γερμανικού συνδικάτου, των εργαζομένων στις γερμανικές βιομηχανίες, του IG Metall.

H υπόθεση, την οποία τόσο ο Τύπος όσο και το ευρύ κοινό παρακολουθούν στη Γερμανία με εξαιρετικό ενδιαφέρον, θέτει επί τάπητος ακριβώς το θέμα, το οποίο έθιξε με τις δηλώσεις του ο Γιόζεφ Ακερμαν. Δηλαδή, το θέμα της δυνατότητας χορήγησης πριμ σε ικανούς εργαζομένους, αναλόγως της συνεισφοράς τους προς την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων. Φυσικά, αυτό δεν μπορεί να απλοποιηθεί, καθώς ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι εύκολο να διασφαλισθεί η αντικειμενικότητα στην εφαρμογή των κριτηρίων αλλά και να αξιολογηθεί κάθε φορά με ακρίβεια και να «μετατραπεί» σε οικονομική αποζημίωση, η ιδιαίτερη συνεισφορά του καθενός που μπορεί να θεωρηθεί «δικαιούχος». Γεγονός είναι άλλωστε ότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στις πρωτοπόρες -και σε αυτό το θέμα- Ηνωμένες Πολιτείες, το «σύστημα» επέτρεψε ατασθαλίες. Αξιοσημείωτο είναι όμως, ότι εκεί, μέχρι στιγμής υπάρχει μόνον ένα δεδικασμένο προηγούμενο και αφορά στην υπόθεση του πρώην προέδρου του πανεπιστημίου Adelphi -του προφανώς ελληνικής καταγωγής- Πίτερ Διαμαντόπουλος, o οποίος είχε αναγκασθεί πριν από λίγα χρόνια, από την εισαγγελία της Νέας Υόρκης, να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο ποσόν 650.000 δολαρίων, που είχε κριθεί ως «υπερβολή αποδοχών για τις υπηρεσίες που προσέφερε…».

Σήμερα, ο επικεφαλής της ίδιας εισαγγελικής υπηρεσίας, Ελιοτ Σπίτζερ, εμφανίζεται να επιδιώκει την απαγγελία ανάλογων κατηγοριών κατά του πρώην επικεφαλής του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, Ντικ Γκράσο, για πριμ αξίας άνω των 140 εκατομμυρίων δολαρίων. Αντιθέτως, στη Γερμανία, η έλλειψη… εμπειρίας σε ό,τι αφορά την οικονομική επιβράβευση των στελεχών, οδήγησε άμεσα τους πρωτοπόρους της στη Δικαιοσύνη. Αν και είναι η Δικαιοσύνη που θα αποφανθεί προφανώς για το θέμα, αυτό τίθεται επίσης για να κριθεί από τη συνείδηση του γερμανικού κοινού, το οποίο, έχοντας αποκτήσει και εμπειρία της αποκαλούμενης «κοινωνίας των μετόχων», γνωρίζει τώρα και επιμέρους παραμέτρους της.