ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΓΟΡΑ

Στη Wall Street, μικροί και μεγάλοι επενδυτές, συντηρητικοί και κερδοσκόποι, το έξυπνο και το βρώμικο χρήμα έχουν κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένοι και βέβαιοι για το αύριο. Και οι τρεις δείκτες -ο Dow Jones, ο Standard & Poor’s 500 και ο Nasdaq- απολαμβάνουν ένα συνεχές ξέσπασμα ανόδου, προεξοφλώντας ότι η οικονομία θα συνεχίσει να αναδίδει πληθώρα καλών στοιχείων και ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στα τωρινά χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. O δείκτης Dow Jones των μετοχών των 30 blue chips των αμερικανικών πολυεθνικών βιομηχανικών έκλεισε σε υψηλά επίπεδα, επωφελούμενος και από την αλματώδη άνοδο της φαρμακοβιομηχανίας Merck η μετοχή της οποίας θεωρείται τώρα αγοραστική ευκαιρία από το Barron’s. Επίσης, η χθεσινή ημέρα είδε την επιστροφή(!) ορισμένων κεφαλαίων στο δολάριο, με συνέπεια το ευρώ να υποχωρήσει θεαματικά στα 1,2465 δολάρια.

Στη Wall Street κυριαρχεί η αισιοδοξία χάρις στην κερδοφορία επιχειρηματικών κολοσσών και, εν όψει της διήμερης συνεδρίασης της Fed’s opemarket comittee, η οποία είναι η αρμόδια Επιτροπή για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ. Αυτό που περιμένει κυρίως να ακούσει η Wall από τον Αλαν Γκρίνσπαν είναι να επαναλάβει ότι θα κρατήσει τα επιτόκια στο 1%, δηλαδή στα τρέχοντα χαμηλά επίπεδα των 45 ετών, για το ορατό μέλλον. Στη συνεδρίαση που ξεκινάει σήμερα και ολοκληρώνεται αύριο υπό τον Αλαν Γκρίνσπαν, η FED θα διατηρήσει τα επιτόκια στα ίδια επίπεδα. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο ανακοινωθέν και στις επισημάνσεις για την ασφαλή τροχιά της σταθερής αναπτυξιακής πορείας.

Οντως, ο Αλαν Γκρίνσπαν δεν φαίνεται να βιάζεται να σφίξει την κάνουλα του «τζάμπα χρήματος», καθώς τα στοιχεία για τον πληθωρισμό επιβεβαίωσαν τη νομισματική πολιτική του. Συγκεκριμένα, ο δείκτης τιμών καταναλωτή έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα 38 ετών. Να επισημανθεί, επίσης, ότι ο δομικός πληθωρισμός (δηλαδή ο δείκτης, εξαιρουμένων των ασταθών τομέων τροφίμων και ενέργειας) κινήθηκε τους τελευταίους 12 μήνες με τους χαμηλότερους ρυθμούς του δωδεκαμήνου που έληξε τον Ιανουάριο του 1966.

Το γεγονός ότι η κινητήριος δύναμη της αμερικανικής οικονομίας -η αγορά ακινήτων- συνεχίζει απτόητη, δείχνει ότι οι Αμερικανοί καταναλωτές εξακολουθούν να εμπιστεύονται και να επενδύουν στην αγορά κατοικίας, φυσικά και χάρις στα ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα των αμερικανικών επιτοκίων και αυτό ήταν που κυριάρχησε χθες. Να επισημανθεί ότι οι πωλήσεις των αμερικανικών κατοικιών κατέγραψαν νέα αλματώδη άνοδο κατά 6,9% τον Δεκέμβριο και ανήλθαν σε νέα επίπεδα-ρεκόρ.

Η «θερμή» εικόνα της αμερικανικής οικονομίας έχει ενισχυθεί και από τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED). H πρόσφατη έκθεση για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας περιέχει ζωηρά χρώματα, που ενθαρρύνουν τους επενδυτές, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική οικονομία θα συνεχίσει να κινείται με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, δεδομένου ότι οι καταναλωτές διατηρούν σε ύψη-ρεκόρ τις δαπάνες τους και η αμερικανική βιομηχανία αναπτύσσει τις δυνάμεις της. H δραστηριότητα της βιομηχανίας και της επιχειρηματικής Αμερικής έχει δρομολογηθεί. H «καρδιά» της αμερικανικής βιομηχανίας χτυπάει τώρα με έντονους ρυθμούς. Και η επιχειρηματική Αμερική με τη γενναιόδωρη νομισματική πολιτική του Αλαν Γκρίνσπαν και τη θετική επίδραση της υποτίμησης του δολαρίου, έχει αναθαρρύνει και επενδύει. Παράλληλα, η ελπιδοφόρα ανάκαμψη της αγοράς εργασίας σε πέντε από τις 12 διοικητικές περιφέρειες της FED -δηλαδή στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο, στο Ντάλας, στο Ρίτσμοντ και στη Μινεάπολη- παρέχει πιστοποιητικό εμπιστοσύνης στην ισχυρή πορεία της αμερικανικής οικονομίας. H εξέλιξη αυτή είναι πολλαπλώς ενδιαφέρουσα.

Η «hot» εικόνα της αμερικανικής οικονομίας θερμαίνεται ακόμη περισσότερο από τις παραγγελίες των ακριβών διαρκών καταναλωτικών αγαθών στις ΗΠΑ, φωτίζοντας την ισχυρή ανάκαμψη που έχει δρομολογηθεί. Οι Αμερικανοί επιχειρηματίες δίδουν ήδη σημαντικές παραγγελίες, επιβεβαιώνοντας ότι η κυκλική ανάκαμψη έχει πυροδοτηθεί. Τώρα, οι ελπίδες των Αμερικανών που μεταφράζονται σε έκδηλη αισιοδοξία για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, κερδίζουν το στοίχημα. Παράλληλα και η εμπιστοσύνη των Αμερικανών καταναλωτών ανακάμπτει με γρήγορους ρυθμούς.