ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε «καραντίνα» πάλι οικονομία και αγορά της Ταϊλάνδης

Δεύτερη φορά σε λιγότερο από δώδεκα μήνες, μία νέα επιδημία «κλέβει» το προσκήνιο από τις ενυπωσιακές αποδόσεις της ταϊλανδέζικης αγοράς. Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των θυμάτων του «ιού των πουλερικών», οι επενδυτές βάζουν σε καραντίνα τις ασιατικές αγορές και ιδιαίτερα την αγορά της Ταϊλάνδης, η οποία είναι η τέταρτη σε μέγεθος παραγωγός πουλερικών στον κόσμο. Η προχθεσινή ανακοίνωση του δέκατου έβδομου θύματος στην Ασία δημιούργησε πανικό φυγής από το χρηματιστήριο της Μπανγκόκ, το οποίο έχει χάσει περισσότερο από 10% σε διάστημα τριών μόλις εβδομάδων. Με νωπές ακόμα τις μνήμες της περσινής επιδημίας του ιού της άτυπης πνευμονίας (SARS), η οποία όμως περιορίστηκε σχετικά γρήγορα, εντείνονται οι ανησυχίες ότι ο «ιός των πουλερικών» θα ανατρέψει τη δυναμικότητα της οικονομίας της χώρας και θα εκτροχιάσει το φιλόδοξο πρόγραμμα της κυβέρνησης, ο στόχος της οποίας για επίτευξη ρυθμού οικονομικής ανάκαμψης πάνω από 8% τα επόμενα χρόνια έδειχνε εφικτός λίγες μόνο εβδομάδες νωρίτερα.

Ανάπτυξη «ρεκόρ»

Με απόδοση της τάξης του 134% το 2003, το χρηματιστήριο της Μπανγκόκ σημείωσε την προηγούμενη χρονιά μία από τις υψηλότερες επενδυτικές αποδόσεις, τόσο μεταξύ των αναδυόμενων αγορών, όσο και των ανεπτυγμένων. Η οικονομία της Ταϊλάνδης, η οποία επιταχύνθηκε κατά 5,4% το 2002, «έτρεξε» με ρυθμό της τάξης του 6,5% το 2003, υπερδιπλάσιο δηλαδή από τον παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης. Ατμομηχανή της ανάπτυξης ήταν οι εξαγωγές, οι οποίες επιταχύνθηκαν κατά σχεδόν 12% το προηγούμενο έτος, καθώς ανέκαμπτε η διεθνής οικονομία, ενώ αντίθετα από τις υπόλοιπες ασιατικές χώρες, η οικονομική ανάπτυξη ενισχύθηκε και από τη σημαντική άνοδο της εγχώριας ιδιωτικής κατανάλωσης. Παράλληλα, στο πλαίσιο του οικονομικού προγράμματος της κυβέρνησης Σιναβάτρα, ενισχύθηκαν σημαντικά οι παραγωγικές επενδύσεις, κυρίως στις μικρομεσαίες και τις αγροτικές επιχειρήσεις. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των παραγωγικών επενδύσεων, ο οποίος πλησίασε το 10% το 2003, είναι ένας από τους υψηλότερους σε παγκόσμιο επίπεδο και λειτούργησε σαν καταλύτης της οικονομικής ανάπτυξης της Ταϊλάνδης κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους.

Ο στόχος της κυβέρνησης του Ταϊλανδού πρωθυπουργού Θασκίν Σιναβάτρα είναι η επίτευξη ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας πάνω από 8% και βασίζεται σε μία απόλυτα ορθόδοξη προσέγγιση της μακροοικονομικής πολιτικής. Βασική προτεραιότητα της κυβέρνησης τα πρώτα δύο έτη μετά τις εκλογές του 2001, ήταν η δημοσιονομική σταθερότητα, μέσω του περιορισμού του πρωτογενούς ελλείμματος. Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος της τάξης του 0,4% το 2003, έναντι ελλειμμάτων 2,2% το 2002 και 2,4% το 2001 βασίστηκαν μερικώς μόνο στον περιορισμό των δημοσίων δαπανών, καθώς το κρατικό μερίδιο σαν ποσοστό του ΑΕΠ, περίπου 17%, είναι ένα από τα χαμηλότερα στον κόσμο. Η βάση της επίτευξης της δημοσιονομικής σταθερότητας εντοπίζεται περισσότερο στην αύξηση των εσόδων. Πράγματι, ο περιορισμός της παραοικονομίας, αλλά και η αύξηση της οικονομικής βάσης λόγω του υψηλού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης επέτρεψαν την αύξηση των δημοσίων εσόδων χωρίς την επιβολή υψηλότερων φόρων.

Δολάριο και μπατ

Σειρά αναπτυξιακών μέτρων ενίσχυσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της χώρας, καθώς οι προσπάθειες της κυβέρνησης επικεντρώθηκαν στην εδραίωση της Ταϊλάνδης ως περιφερειακό κέντρο παροχής υψηλού επιπέδου και προστιθέμενης αξίας υπηρεσιών στους τομείς του τουρισμού, της υγείας, των μεταφορών και της ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ασία. Ενδεικτική είναι η πρόσφατη υπογραφή μεταξύ Ταϊλάνδης και Κίνας για την κατασκευή αγωγού για τη μεταφορά πετρελαίου προς την Κίνα και από τον οποία θα διακινείται περισσότερο από το 60% των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου. Παράλληλα, αναγνωρίζοντας την εξάρτηση της οικονομίας από το εξαγωγικό εμπόριο, η κυβέρνηση της Ταϊλάνδης συντήρησε πλεόνασμα στο ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών, παρά τις ανησυχίες για υπερθέρμανση της οικονομίας καθώς τα αμερικανικά επιτόκια βρίσκονταν στο χαμηλότερο σημείο των τελευταίων 40 ετών.

Η ανακοίνωση του G7, μετά τη συνάντηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Ντουμπάι, για απελευθέρωση της αγοράς νομισμάτων και τον περιορισμό των παρεμβάσεων, είχε ως αποδέκτες τις ασιατικές χώρες και ιδίως την Κίνα και την Ταϊλάνδη, οι οποίες διατηρούν τεχνητά σταθερές τις ισοτιμίες τους έναντι του δολαρίου, προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους. Το γεγονός αυτό πυροδότησε έξαρση του ενδιαφέροντος κερδοσκοπικών κεφαλαίων, κυρίως αμερικανικά hedge funds, για επικείμενη ανατίμηση του ταϊλανδέζικου μπατ έναντι του δολαρίου. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν άμεση, καθώς επέβαλε σημαντικούς περιορισμούς στη δυνατότητα βραχυπρόθεσμων τοποθετήσεων στο εθνικό νόμισμα, ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου. Αντίθετα, η κυβέρνηση ενισχύει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις, είτε με τη μορφή επενδύσεων χαρτοφυλακίου στο χρηματιστήριο της Μπανγκόκ, είτε με τη μορφή άμεσων ξένων επενδύσεων, κυρίως στους τομείς του τουρισμού και της ενέργειας.

Φόβοι για καταστροφή

Η συνέπεια και η επιτυχής εφαρμογή της μακροοικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Σιναβάτρα, παράλληλα με την σχετικά ταχεία αντιμετώπιση της επιδημίας του ιού της άτυπης πνευμονίας το 2003, είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των αρνητικών συνεπειών για την οικονομία της Ταϊλάνδης. Αντίθετα όμως από τον ιό SARS, ο «ιός των πουλερικών» ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στην ταϊλανδέζικη οικονομία και να ανατρέψει την επιτυχία του οικονομικού προγράμματος. Πράγματι, καθώς σε παλαιότερες επιδημίες του ίδιου ιού έχει εμφανιστεί μετάλλαξή του, η οποία μεταδίδεται όχι μόνο μέσω των πουλερικών, αλλά και μεταξύ ανθρώπων, εκφράζονται σημαντικές ανησυχίες ότι εάν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα, οι συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Ηδη έχουν θανατωθεί περισσότερα από δέκα εκατομμύρια πουλερικά στην Ταϊλανδη, ενώ οι ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Ιαπωνία, το Χονγκ Κονγκ και η Κορέα έχουν προσωρινά απαγορεύσει πλήρως τις εισαγωγές, με αποτέλεσμα η βιομηχανία πουλερικών, η οποία συνεισφέρει περίπου το 1,5% του ετήσιου ΑΕΠ να κινδυνεύει να καταστραφεί ολοσχερώς. Οι επιπτώσεις μεγεθύνονται, καθώς ένα εκατομμύριο περίπου Ταϊλανδών εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τη βιομηχανία πουλερικών, ενώ απειλούνται και άλλοι τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός.

Καθυστερημένη αντίδραση

Η Ταϊλάνδη σημείωσε σημαντική καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του ιού, καθώς τα πρώτα κρούσματα εκδηλώθηκαν ήδη από τον περασμένο Νοέμβριο, ενώ τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και τα Ηνωμένα Εθνη άσκησαν κριτική κατά της κυβέρνησης για την καθυστέρηση στην ανακοίνωση των πρώτων κρουσμάτων. Σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό Υγείας, θα χρειαστούν τουλάχιστον τρεις μήνες προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο ιός, εφόσον αυτός δεν έχει μεταλλαχθεί. Στην καλύτερη περίπτωση δηλαδή, οι συνέπειες θα περιορισθούν στη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ το 2004, κατά 0,5% περίπου. Οι συνέπειες στον τουρισμό όμως είναι πολύ δυσκολότερο να εκτιμηθούν. Η περυσινή επιδημία του ιού της άτυπης πνευμονίας μείωσε τον αριθμό των αφίξεων κατά ένα περίπου εκατομμύριο και τα τουριστικά έσοδα κατά 33 δισ. μπατ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ότι δεν διακυβεύεται ο στόχος της επιτάχυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας κατά 8% φέτος, κάτω από το πλέον αισιόδοξο σενάριο, οι συνέπειες της επιδημίας θα οδηγήσουν σε μείωση του ρυθμού ανάπτυξης το 2004 κατά μία τουλάχιστον ποσοστιαία μονάδα. Κάτω από το αισιόδοξο σενάριο, οι συνέπειες της επιδημίας θα περιορισθούν χρονικά μόνο στο 2004, ενώ στην περίπτωση αυτή, η δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά και η συνεχιζόμενη αύξηση του ρυθμού επενδύσεων, ο οποίος προβλέπεται να ξεπεράσει το 11% σε ετήσια βάση φέτος θωρακίζουν την οικονομία της Ταϊλάνδης από μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες της επιδημίας. Στην περίπτωση όμως που η επιδημία εξαπλωθεί περαιτέρω, οι αρνητικές συνέπειες θα πολλαπλασιαστούν, γεγονός το οποίο θα ανατρέψει πλήρως τόσο τις μέχρι τώρα επιτυχίες της κυβέρνησης Σιναβάτρα, όσο και το ευρύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον της Ασίας.