ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τελικά, οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι

Δηλωμένοι νεοφιλελεύθεροι όπως εγώ, που πιέζαμε για να ανοίξουν πλατιά οι ροές κεφαλαίων στις αρχές της δεκαετίας του 1990, είχαμε ένα συγκεκριμένο όραμα κατά νουν. Αλλά το μέλλον που ελπίζαμε δεν ήρθε.

Βλέπαμε πόσο εξαιρετικά έντονα το παγκόσμιο σύστημα σχετικών τιμών έγερνε ενάντια στους φτωχούς: πόσο φθηνά ήσαν τα προϊόντα που εξήγαν και πόσο ακριβά τα κεφαλαιουχικά αγαθά που είχαν ανάγκη να εισάγουν για να εκβιομηχανισθούν και να αναπτυχθούν. «Γιατί να μην απελευθερώσουμε τις ροές κεφαλαίου και να ενθαρρύνουμε έτσι το δανεισμό μεγάλης κλίμακας από τους πλουσίους προς τους φτωχούς;», ρωτήσαμε. Ενας τέτοιος δανεισμός μεγάλης κλίμακας θα μπορούσε να συντάμει κατά μια γενιά το χρόνο που θα απαιτούνταν στις οικονομίες όπου οι άνθρωποι είναι φτωχοί για να συγκλίνουν προς τις βιομηχανικές δομές και τα βιοτικά επίπεδα των πλουσίων χωρών. Αναμφίβολα, ένας τέτοιος δανεισμός μεγάλης κλίμακας έπαιξε κρίσιμο ρόλο στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Καναδάς, οι δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, η Χιλή, η Αργεντινή, η Ουρουγουάη, και η Νότιος Αφρική: όλες αναπτύχθηκαν χάρη στο κεφάλαιο που εισήγαγαν πριν από έναν αιώνα.

Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι αυτήν τη φορά. Αντί να εισρεύσει κεφάλαιο από τους πλούσιους στους φτωχούς συνέβη ακριβώς το αντίθετο: εισέρρευσε από τους φτωχούς στους πλούσιους, με την κατακλυσμικά μεγαλύτερη ροή να πηγαίνει στις ΗΠΑ, το ποσοστό εισροής κεφαλαίου των οποίων είναι το μεγαλύτερο από κάθε χώρα, οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Ηλεκτρική σκούπα

Τι τροφοδότησε αυτές τις εισροές; Μια πηγή είναι οι κεντρικές τράπεζες που προσπαθούν να κρατήσουν την αξία των εγχώριων νομισμάτων τους χαμηλά, ώστε οι εργαζόμενοί τους να μπορούν να κερδίσουν πολύτιμη εμπειρία εξάγοντας στον υπόλοιπο κόσμο. Αλλη πηγή είναι οι επενδυτές που φοβήθηκαν ότι θα χάσουν τα λεφτά τους μετά τις διάφορες καταρρεύσεις αναδυομένων αγορών τη δεκαετία του 1990, τεχνο-μανείς που κυνηγούσαν το σεντούκι με το χρυσάφι που φαινόταν να προσφέρει το μπουμ της αμερικανικής τεχνολογίας, και οι πλούσιοι του τρίτου κόσμου που θεωρούν καλό να έχουν ένα λογαριασμό στην Deutsche Bank για την περίπτωση που θα αναγκασθούν να αποδράσουν από τις χώρες τους με ένα τζετ, ή με μια λαστιχένια βάρκα.

Ολες αυτές οι πηγές συνέβαλαν στη ροή χρήματος στις ΗΠΑ, που απέκτησαν έτσι τη δυνατότητα να επενδύουν πολύ περισσότερα από όσα κατόρθωναν να αποταμιεύουν. Η αμερικανική οικονομία έγινε -και παραμένει- μια γιγαντιαία ηλεκτρική σκούπα, η οποία ρουφάει όλο το επενδυτικό ρευστό που είναι διαθέσιμο στον κόσμο.

Οπότε όσοι από μας θέλουν ακόμα να είναι ένθερμοι υποστηρικτές της διεθνούς κινητικότητας του κεφαλαίου, περιορίζονται σε δύο επιχειρήματα. Πρώτο, και σημαντικότερο, οι έλεγχοι κεφαλαίων δημιουργούν ιδεώδεις συνθήκες για διαφθορά μεγάλης κλίμακας. Οταν υπάρχουν έλεγχοι κεφαλαίων, οι άνθρωποι που θέλουν πολύ να μεταφέρουν κεφάλαια πάνω από τα σύνορα δεν μπορούν να το κάνουν – εκτός και αν βρουν κάποιο συνεργάσιμο γραφειοκράτη. Αλλά μια αποτελεσματική οικονομία της αγοράς χρειάζεται να ελαχιστοποιεί τις ευκαιρίες και τα κίνητρα για διαφθορά, διαφορετικά μετατρέπεται σε κάτι χειρότερο.

Δεύτερον, ίσως η εισροή κεφαλαίων στις ΗΠΑ να ήταν και να παραμένει δικαιολογημένη: ίσως να υπάρχει κάτι μοναδικά πολύτιμο στις επενδύσεις στην Αμερική σήμερα. (Αλλά στην περίπτωση αυτή, αν αυτές οι επενδυτικές ευκαιρίες είναι τόσο σπουδαίες, γιατί δεν αποταμιεύουν περισσότερο οι ίδιοι οι Αμερικανοί, ιδιωτικά και δημόσια, ώστε να επωφεληθούν;)

Μάταιες οι ελπίδες

Τα χρόνια 1960 – 1985 αποτέλεσαν την εποχή στην οποία η ανάπτυξη θα χρηματοδοτούνταν από δημόσιους φορείς, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, διότι οι αστοχίες της αγοράς και η δυσπιστία απέναντι στις κυβερνήσεις έκανε πολύ δύσκολο για τις φτωχές χώρες να δανειστούν ιδιωτικά. Τα χρόνια 1985 – 2000 ήταν η εποχή που η ανάπτυξη θα χρηματοδοτούνταν με ιδιωτικό δανεισμό προς τις χώρες που υιοθετούσαν πολιτικές φιλικές και συμβατές προς την αγορά, οι οποίες είχε υποτεθεί ότι θα οδηγούσαν σε υψηλές αποδόσεις και ταχεία μεγέθυνση.

Η πρώτη εποχή δεν ήταν αναντίρρητη επιτυχία. Βλέποντας την αντιστροφή των ροών κεφαλαίου προς τις ΗΠΑ, δεν μπορώ να υποστηρίξω ούτε ότι η δεύτερη εποχή ήταν αναντίρρητη επιτυχία. Ωραίο είναι οι Μεξικανοί εργάτες και επιχειρηματίες να αποκτούν εμπειρία εξάγοντας βιομηχανικά προϊόντα και να τα καταφέρνουν τόσο καλά ώστε να έχουν εμπορικό πλεόνασμα με τις ΗΠΑ. Η άλλη όψη του εμπορικού πλεονάσματος όμως είναι η εκροή κεφαλαίου. Πρέπει πράγματι το φτωχό σε κεφάλαια Μεξικό να χρηματοδοτεί ένα ακόμα άλμα στην ένταση κεφαλαίου της αμερικανικής οικονομίας;

Δεν είναι δυνατόν ένας δηλωμένος νεοφιλελεύθερος, όπως εγώ, να εύχεται οτιδήποτε πέρα από τους πιο ελάχιστους ελέγχους ώστε να περιορισθούν οι κερδοσκοπικές ροές κεφαλαίου. Οι αγορές κεφαλαίου μπορεί να οδηγούν σε πολύ κακή κατανομή των επενδύσεων, αλλά οι κυβερνήσεις είναι πιθανό να την κάνουν ακόμα χειρότερη, και τα κίνητρα για τη διαφθορά γραφειοκρατών πρέπει να διατηρηθούν όσο πιο χαμηλά γίνεται.

Αλλά η ελπίδα να επαναληφθεί η εμπειρία του τέλους του 19ου αιώνα αποδείχθηκε -έως τώρα- μάταιη. Σε αντίθεση με την εποχή της ακμής του φιλελευθερισμού, το χρήμα από τις πλούσιες χώρες του κόσμου απλώς δεν πρόκειται να προσφέρει στις περιφερειακές οικονομίες το ανεκτίμητο δώρο της γρήγορης, επιτυχημένης ανάπτυξης.

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Project Syndicate, Ιανουάριος 2004.