ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H EKT «φρενάρει» την ορμή των νέων χωρών για ένταξη στο κοινό νόμισμα

Τα 10 νέα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αργά ή γρήγορα, θα προσχωρήσουν και στη Ζώνη Ευρώ. Το θέμα, όμως, είναι πότε και με ποιον τρόπο θα συμβεί αυτό.

Προκειμένου να ενταχθούν στο ευρώ, θα πρέπει να διανύσουν αυτόν τον δρόμο που διήνυσαν τα παλαιά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, μέχρι το 1999: να συμμορφωθούν με τα κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ, δηλαδή τη συρρίκνωση του δημόσιου χρέους σε επίπεδα κάτω του 60% του ΑΕΠ, του δημοσιονομικού ελλείμματος σε επίπεδα κάτω του 3% του ΑΕΠ και του πληθωρισμού σε επίπεδα που να μην υπερβαίνουν τον μέσο όρο των τριών χαμηλότερων πληθωρισμών της Ζώνης Ευρώ περισσότερο από 1,5%. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις οικονομικών αναλυτών, οι περισσότερες χώρες δεν θα αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες δυσκολίες στον περιορισμό του χρέους της αλλά η μείωση του πληθωρισμού και των δημόσιων δαπανών θα είναι οδυνηρή και συνεπάγεται μεγάλο πολιτικό κόστος για τις κυβερνήσεις τους.

Σύνδεση με το ευρώ

Επιπλέον, όμως, οι ενδιαφερόμενες χώρες θα πρέπει να συνδέσουν τα νομίσματά τους με τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών, ο οποίος «κλειδώνει» την αξία τους σε μια διακύμανση ±15% ως προς μια κεντρική ισοτιμία προς το ευρώ, επί τουλάχιστον δύο χρόνια. Την απόφαση για τον ακριβή χρόνο που θα ενταχθεί το εκάστοτε νόμισμα στον ΜΣΙ και για το ποια ακριβώς θα είναι η κεντρική ισοτιμία του εκάστοτε νομίσματος θα τη λάβουν από κοινού η EKT, οι κεντρικές τράπεζες των νέων χωρών-μελών και οι πολιτικές ηγεσίες. H Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τονίζει στις ενδιαφερόμενες χώρες ότι πρέπει να επιτύχουν την «πραγματική» οικονομική σύγκλιση, δηλαδή έναν ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης, που θα τις βοηθήσει να προσεγγίσουν τον μέσο όρο βιοτικού επιπέδου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, και όχι μόνον την «ονομαστική» σύγκλιση. Δηλαδή όχι την επίτευξη των στόχων του Μάαστριχτ και μια απλή ανατίμηση του νομίσματός τους που δεν θα αντανακλά, όμως, την πραγματική οικονομική τους κατάσταση. Επιχειρεί, άλλωστε, να τις αποθαρρύνει από μια εσπευσμένη ένταξη στο ευρώ και τονίζει ότι οι φτωχότερες από αυτές ίσως χρειάζεται να παραμείνουν συνδεδεμένες με τον ΜΣΙ για περισσότερο από δύο χρόνια, προκειμένου να έχουν τα χρονικά περιθώρια για να προσαρμόσουν τους μισθούς των εργαζομένων και τις τιμές σε επίπεδα πλησιέστερα στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Κερδοσκοπικές πιέσεις

Οπως, άλλωστε, επισημαίνουν οικονομικοί αναλυτές, αν «κλειδωθούν» υπερβολικά νωρίς, ορισμένα νομίσματα ενδέχεται να βρεθούν εκτεθειμένα σε κερδοσκοπικές επιθέσεις. Ενδεικτική θεωρείται η περίπτωση της Ουγγαρίας, της μοναδικής από τις χώρες της διεύρυνσης που έχει συνδέσει το νόμισμά της μ’ ένα σύστημα ανάλογο του ΜΣΙ, καθώς από τον Μάιο του 2001 διεύρυνε το φάσμα διακύμανσης του νομίσματός της στο ±15 από το 2,25%. H κυβέρνηση και η κεντρική τράπεζα έχουν δεσμευθεί να μην αλλάξουν την ισοτιμία του νομίσματος μέχρις ότου η χώρα ενταχθεί στον ΜΣΙ παρά τις πιέσεις που δέχεται το νόμισμα από τις εισροές κεφαλαίων. H κεντρική τράπεζα έχει αναγκασθεί να μειώσει δραστικά τα επιτόκια και πολλοί οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι το βήμα αυτό εγκυμονεί τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού. Οικονομικοί αναλυτές συνιστούν στην κυβέρνηση να επιβάλει αυστηρότερη φορολογική πολιτική για να αντισταθμίσει τη χαλαρή νομισματική πολιτική.

Σε σχέση με τον χρόνο ένταξης των χωρών της διεύρυνσης στη Ζώνη Ευρώ, οι αγορές εκτιμούν σήμερα ότι οι οκτώ χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης θα το κατορθώσουν πιθανότατα το 2008. Ως τότε, το πιθανότερο είναι να έχουν ήδη ενταχθεί η Μάλτα και η Κύπρος.