ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η επόμενη μέρα της διεύρυνσης και τα ελληνικά συμφέροντα

Η έδρα στη Λευκωσία, η διοίκηση στην Αθήνα και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες διάσπαρτες τόσο στην ελληνική επικράτεια όσο και στα νέα αλλά και στα μελλοντικά εδάφη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το σχέδιο γι’ αυτήν τη «γεωγραφική κατανομή» δεν είναι διόλου καινούργιο, αλλά τώρα -εν όψει και της μεγάλης διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης- ο πειρασμός για την εφαρμογή του ξεπερνά κάθε μετρήσιμο όριο.

Ετσι κι αλλιώς, η κυπριακή πρωτεύουσα είναι μια ανάσα από την Αθήνα, οι Κύπριοι μιλούν ελληνικά και οι καθημερινές συμπεριφορές τους δεν απέχουν και πολύ από εκείνες των Νεοελλήνων κ.λπ. Σημαντικά πλεονεκτήματα για να αποφασίσει ένας επιχειρηματίας να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο για τη μεταφορά της έδρας της επιχείρησής του με τις συνακόλουθες επιπτώσεις και συνέπειες, αλλά δεν είναι και τα μόνα και πιθανότατα τα πιο σημαντικά στον ενδεικτικό συγκριτικό κατάλογο.

Κυπριακή επιλογή

Η κυπριακή επιλογή στις μέρες μας δεν έχει να κάνει τόσο με τη γλώσσα, τις συμπεριφορές ή την απόσταση όσο με το γενικότερο πλαίσιο επιχειρηματικής δράσης – είτε πρόκειται για τη φορολογία των κερδών και ευρύτερα το φορολογικό σύστημα, είτε τη συγκρότηση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης αλλά και το επίπεδο των υποστηρικτικών υπηρεσιών (νομικοί, ορκωτοί λογιστές κ.λπ.).

Με απλά λόγια, η κυπριακή επιλογή συνιστά σήμερα (μετά και την τυπική ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση τον ερχόμενο Μάιο) μία σταθερή και πολλαπλά ενδιαφέρουσα πρόκληση για τις δυναμικές και εξωστρεφείς ελληνικές επιχειρήσεις, αλλά πολύ περισσότερο για τον ελληνικό πολιτικό κόσμο και την ελληνική δημόσια διοίκηση.

Το παράδειγμα της κυπριακής επιλογής φέρνει στο προσκήνιο της δημόσιας ζωής μία ξεχωριστή, ιδιαίτερη πτυχή των νέων προκλήσεων που θα κληθεί άμεσα να αντιμετωπίσει η χώρα μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών της διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς Ανατολάς (ο πρώτος κύκλος κλείνει και τυπικά τον ερχόμενο Μάιο με την ένταξη των 10 χωρών, αλλά ο δεύτερος και πιθανότατα πιο σημαντικός κύκλος για τα ελληνικά συμφέροντα, καθώς στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες περιλαμβάνονται η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Κροατία, θα ανοίξει δίχως άλλη καθυστέρηση).

Πιο συγκεκριμένα, η μεγαλύτερη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα στα επόμενα κρίσιμα χρόνια είναι να καταστεί η ίδια (με την έννοια του θεσμικού πλαισίου και της δημόσιας διοίκησης) περισσότερο ανταγωνιστική και περισσότερο εξωστρεφής συγκριτικά με τους νέους εταίρους της. Αν ο ελληνικός πολιτικός κόσμος δεν επενδύσει πάνω σε αυτήν την προοπτική και δεν προσαρμοσθεί σε αυτές τις νέες πραγματικότητες, τότε σε λίγα μόλις χρόνια -όταν οι γείτονές μας θα είναι πλέον συνδιαμορφωτές του κοινού μας μέλλοντος στο πλαίσιο μιας διευρυμένης  Ευρωπαϊκής Ενωσης- η καταγραφή των «χαμένων ευκαιριών» δεν θα αποτελεί μόνον μια πικρή ιστορία…

Εξωστρέφεια

Στις μέρες μας η έννοια της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειας δεν αφορούν μόνον τις επιχειρήσεις και δεν αποτελούν μόνον γι’ αυτές μετρήσιμα μεγέθη. Κατά κύριο λόγο η ανταγωνιστικότητα και η εξωστρέφεια αφορούν τη δημόσια διοίκηση (συγκρότηση – λειτουργία), το γενικότερο θεσμικό πλαίσιο (νομοθεσία – εφαρμογή της νομοθεσίας), τις υποδομές και τα δίκτυα (χρήση – συνέργειες), το στελεχικό δυναμικό (επίπεδο και προσανατολισμός της εκπαίδευσης – σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς) της χώρας σε μία αέναη, συστηματική προσπάθεια προσαρμογής και ανταπόκρισης στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς, που δεν διακρίνεται για τις ευαισθησίες της απέναντι στις εθνικές ιδιαιτερότητες και ιδιορρυθμίες.

Με άλλα λόγια, το γενικότερο πλαίσιο (νομικό, φορολογικό, εργασιακό, ασφαλιστικό κ.λπ.) που ευνοεί ή αποθαρρύνει την επιχειρηματική δράση στην εθνική αγορά, είναι ο πλέον καθοριστικός παράγοντας για την ανταγωνιστικότητα όχι μόνον ενός επιχειρηματικού ομίλου ελληνικών συμφερόντων αλλά της ίδιας της χώρας και των πολιτών της.

Αν σήμερα η κυπριακή επιλογή λειτουργεί ως γλυκός πειρασμός λόγω του απλούστερου και σταθερού φορολογικού καθεστώτος με την χαμηλή φορολογία των κερδών, αύριο, με την κάθοδο της Ευρωπαϊκής Ενωσης στη βαλκανική γειτονιά μας, οι επιλογές θα αυξηθούν και οι πειρασμοί θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο. Τόσο για τους επιχειρηματικούς ομίλους ελληνικής καταγωγής όσο και για τους διεθνείς επενδυτές. Αλλωστε, στην αγορά δεν υπάρχουν ποτέ αδιέξοδα και οι ευκαιρίες δεν διαρκούν αιωνίως, γιατί ο πρώτος που θα αντιληφθεί την ύπαρξή τους θα σπεύσει να τις αγκαλιάσει και να τις αξιοποιήσει για τα δικά του συμφέροντα.

Διεκδίκηση

Σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο -όπου δεν χρειάζονται ούτε καθυστερήσεις ούτε αναστολές- η Ελλάδα για να διεκδικήσει μερίδιο από την αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων που ανοίγονται με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς Ανατολάς θα χρειασθεί αφενός να προσαρμόσει το πλαίσιο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης στα νέα ευρωπαϊκά κεκτημένα και αφετέρου να ενισχύσει τα όποια συγκριτικά πλεονεκτήματα διαθέτει έναντι των νέων εταίρων της, στην προσπάθεια να είναι ταυτόχρονα υποδοχέας νέων παραγωγικών επενδύσεων με προστιθέμενη αξία σε κρίσιμους τομείς  δραστηριότητας αλλά και εξαγωγέας επενδυτικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων με μακροπρόθεσμη στόχευση στις αγορές της ΝΑ Ευρώπης – στρατηγικός χώρος ανάπτυξης πολλαπλών ελληνικών συμφερόντων.

Η σταδιακή απώλεια του σημαντικού ελληνικού πλεονεκτήματος, που συνιστούσε το γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν μοναδική χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, ο μοναδικός εκπρόσωπος της περιοχής στα κέντρα λήψης των αποφάσεων στις Βρυξέλλες, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη μιας νέας στρατηγικής για τη χώρα με βασικούς πυλώνες την ενίσχυση των ανταγωνιστικών της πλεονεκτημάτων και την περαιτέρω ανάπτυξη της εξωστρέφειάς της, έτσι ώστε να συμβάλει με νέους όρους στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μάχη των ελληνικών επιχειρήσεων για διείσδυση και εδραίωση της παραγωγικής δραστηριότητάς τους στα νέα και τα μελλοντικά εδάφη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Νέα στρατηγική

Σε αυτήν την κατεύθυνση πέντε είναι τα βασικά στοιχεία-συνιστώσες μιας νέας στρατηγικής που αφήνει πίσω της παραδοσιακές προσεγγίσεις και παλαιομοδίτικες συμπεριφορές και αναζητά ευέλικτους και αποτελεσματικούς τρόπους και μηχανισμούς ανάδειξης και στήριξης μιας σύγχρονης επιχειρηματικότητας που τροφοδοτείται από εθνικούς πόρους και αναπτύσσεται σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον, όπου τα εθνικά χρώματα και σύμβολα παίζουν ολοένα και περισσότερο δευτερεύοντα ρόλο.

Το πρώτο στοιχείο αυτής της νέας στρατηγικής έχει να κάνει με τη γενικότερη αντιμετώπιση (φορολογία, σχέσεις με τη δημόσια διοίκηση κ.λπ.) όσων επιχειρηματικών ομίλων ελληνικών συμφερόντων έχουν αποδεδειγμένη και πολύ περισσότερο κερδοφόρα παραγωγική παρουσία και δράση στις χώρες της ΝΑ Ευρώπης και οι οποίοι μπορούν στο άμεσο μέλλον να λειτουργήσουν ως δημιουργικές βάσεις ανάπτυξης πολλαπλών ελληνικών συμφερόντων σε αυτές τις αγορές και κοινωνίες.

Το δεύτερο στοιχείο συνδέεται με την οργάνωση και εφαρμογή ευέλικτων και αποτελεσματικών σχημάτων χρηματοδότησης επενδυτικών πρωτοβουλιών από την πλευρά του Δημοσίου στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης και με βασική προϋπόθεση τη συμμετοχή ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών σε ένα πλαίσιο που κατοχυρώνει τη  διαφάνεια προθέσεων και στόχων και εγγυάται την αποτελεσματική αξιοποίηση του δημόσιου χρήματος. Σε αυτήν την κατεύθυνση θα μπορούσαν να διαμορφωθούν αξιόπιστες και πάνω απ’ όλα καινοτομικές προσεγγίσεις για τη φορολογική αντιμετώπιση των επενδύσεων αυτής της μορφής και των αποτελεσμάτων τους.

Το τρίτο στοιχείο έχει να κάνει με τη νέα σχέση που πρέπει να υπάρξει ανάμεσα στις μεγάλες  πρώην ΔΕΚΟ και σε ελληνικής καταγωγής ιδιωτικά επιχειρηματικά κεφάλαια και συμφέροντα στην κατεύθυνση της προώθησης μακροπρόθεσμης πνοής αναπτυξιακών – επενδυτικών προγραμμάτων σε κρίσιμους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας στις αγορές της ΝΑ Ευρώπης με την ουσιαστική στήριξη από την  πλευρά του κράτους και της δημόσιας διοίκησης.

Το τέταρτο στοιχείο συνδέεται με την αξιοποίηση και την περαιτέρω ενίσχυση των υποδομών και των δικτύων, ειδικότερα στην περιοχή της Μακεδονίας και Θράκης, και η διαμόρφωση όλων εκείνων των απαραίτητων συστατικών στοιχείων για την ουσιαστική ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε αυτοδύναμο κέντρο παροχής υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας με περιφερειακή εμβέλεια και επιρροή.

Το πέμπτο, αλλά όχι και έσχατο,  στοιχείο μιας ολοκληρωμένη στρατηγικής διεθνοποιημένης επιχειρηματικής δράσης με την ουσιαστική κρατική συμβολή είναι εκείνο που συνδέεται με την ύπαρξη μιας  ανανεώσιμης  δεξαμενής ανθρωπίνου στελεχικού δυναμικού υψηλών προδιαγραφών, που θα μπορεί να στηρίξει και να συμβάλει στην επιτυχία αυτής της στρατηγικής.