ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Καθησυχάζει τους αγρότες των «15» η Κομισιόν

Οπως τόνιζε σε πρόσφατη ομιλία του ο αρμόδιος για τα αγροτικά θέματα και την Αλιεία κοινοτικός επίτροπος, δρ Φραντς Φίσλερ, οι αγρότες στις 15 χώρες – μέλη της Ενωσης δεν θα πρέπει να ανησυχούν για τις επιπτώσεις της διεύρυνσης στον κλάδο τους και στο εισόδημά τους. «Οι παραγωγοί στις 15 χώρες – μέλη δεν θα χρειασθεί να κάνουν συμβιβασμούς σε ό,τι αφορά στις επιδοτήσεις τους. Ως γνωστόν, οι αρχηγοί των κρατών – μελών, οι οποίοι συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες τον Οκτώβριο του 2002, καθόρισαν ένα σαφές πλαίσιο δαπανών για τα αγροτικά και τα κτηνοτροφικά προϊόντα, το οποίο καλύπτει το διάστημα έως το 2013. H συμφωνία αυτή καταρτίσθηκε έχοντας υπ’ όψιν τη διεύρυνση, με αποτέλεσμα να καλύπτει τις ανάγκες των 25 της Ενωσης, προβλέπει δηλαδή για τη χρηματοδότηση των δέκα υπό ένταξη κρατών…».

Αγοραστική δύναμη

Το δεύτερο στοιχείο, στο οποίο αναφέρθηκε ο κοινοτικός επίτροπος, είναι ότι τα έντεκα εκατομμύρια των αγροτών και κτηνοτρόφων της αγοράς των 25 κρατών – μελών, θα εξυπηρετούν τις ανάγκες -ούτε λίγο, ούτε πολύ- 455 εκατομμυρίων καταναλωτών. Το ενδιαφέρον είναι όμως ότι η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών στις δέκα χώρες που θα ενταχθούν από την 1η Μαΐου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αυξάνεται με σχεδόν διπλάσιους ρυθμούς απ’ ό,τι στα σημερινά 15 μέλη, και αυτό σημαίνει ότι οι ρυθμοί αύξησης της καταναλωτικής ζήτησης στα νέα κράτη – μέλη αναμένεται να είναι εντυπωσιακή, «ιδιαίτερα για τρόφιμα -αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα- με προστιθέμενη αξία και υψηλής ποιότητας, όπως είναι τα γαλακτοκομικά και τα αλλαντικά…». Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του οφέλους, το οποίο μπορεί να έχουν οι παραγωγοί στους 15 από τη διεύρυνση, ο κ. Φίσλερ ανέφερε το γεγονός ότι οι εξαγωγές χοιρινού από την Ενωση προς τα δέκα υπό ένταξη κράτη έχουν αυξηθεί από το 1999 κατά περισσότερους από 100.000 τόννους.

Κατανάλωση

Ακόμη ένα επιχείρημά του αναφερόταν στο γεγονός ότι με τη διεύρυνση μπορεί μεν ο αριθμός των παραγωγών αγροτικών και προϊόντων της κτηνοτροφίας στην Ενωση να αυξηθεί κατά 10%, ωστόσο τουλάχιστον ανάλογη θα είναι και η αύξηση του καταναλωτικού κοινού. Για ορισμένους τομείς παραγωγής μάλιστα, οι 10 υστερούν αναλογικά προς τους 15 και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, συνέχισε ο Ευρωπαίος επίτροπος, ότι στην αγορά των «25» υπάρχουν περισσότερα από 90 εκατομμύρια «κεφάλια» βοοειδών, εκ των οποίων μόλις τα 10,4 εκατομμύρια στις υπό διεύρυνση χώρες.

Αναγνωρίζοντας την ανησυχία που επικρατεί στον αγροτικό κόσμο των «15» λόγω της διεύρυνσης, αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες αναφέρονται και σε αριθμό άλλων παραγόντων, καθησυχάζοντας τους παραγωγούς. Οπως υποστηρίζουν, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, που θα ενταχθούν από την 1η Μαΐου στην Ενωση, δεν έχει καν ολοκληρωθεί ακόμη η μετάβαση από το σύστημα της συλλογικής παραγωγής σε αυτό της ελεύθερης αγοράς και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, γεγονός που δημιουργεί καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων αλλά και στην υλοποίηση νέων επενδύσεων στον κλάδο. Επίσης, από την 1η Μαΐου, θα σταματήσουν να ισχύουν τα όποια προστατευτικά ή ενισχυτικά του κλάδου μέτρα παραμένουν σε ισχύ στις χώρες αυτές, υποβοηθώντας την «ανταγωνιστικότητα» των αγροτικών προϊόντων τους. Τρίτον, υποστηρίζουν οι ίδιες πηγές, από τις δέκα χώρες που εντάσσονται, τουλάχιστον οι οκτώ της Ανατολικής Ευρώπης υπολείπονται σημαντικά της ποιότητας παραγωγής και των συνθηκών υγιεινής που επικρατούν και επιβάλλονται στους «15», γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για τη δυναμική της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων των νέων κρατών – μελών, τουλάχιστον τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Προϊόντα ποιότητας

Εν κατακλείδι, το μήνυμα των Βρυξελλών προς τον αγροτικό κόσμο των «15» -αλλά και προς τις βιομηχανίες τροφίμων- είναι ότι έχουν να ωφεληθούν τα μέγιστα από τη διεύρυνση, και μπορούν να το κάνουν εφόσον θα ασπασθούν το κεντρικό μήνυμα της τελευταίας μεταρρύθμισης της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής: η Ευρώπη πρέπει να παράγει προϊόντα ποιότητας, προϊόντα με προστιθέμενη αξία, προϊόντα με ονομασία προέλευσης. Είναι άλλωστε σαφές, λένε οι εμπειρογνώμονες στις Βρυξέλλες, το μήνυμα του καταναλωτικού κοινού, το οποίο ζητάει κατά το δυνατόν φυσικά παραγόμενα αγροτικά προϊόντα, ενώ σε ό,τι αφορά την κτηνοτροφία είναι εντονότατο το αίτημα -ιδιαίτερα έπειτα από εμπειρίες όπως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και της γρίπης των πουλερικών- όχι μόνον για την ύπαρξη συνθηκών υγιεινής, αλλά και για παραγωγή με «ήθος», δηλαδή προϋποθέσεις που εν τέλει εγγυώνται την ποιότητα.