ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΗΠΑ: H ανάκαμψη ανοίγει περισσότερες δουλειές απ’ όσες καταστρέφει

Στις αρχές του μήνα, ο επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος του προέδρου Μπους, Γκρέγκορι Μάνκιου, ο οποίος υπήρξε στο παρελθόν ένας από τους νεαρότερους μόνιμους καθηγητές του Χάρβαρντ, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Οπως ανέφερε ενώπιον του Κογκρέσου, εάν κάποιο προϊόν ή μία υπηρεσία μπορούν να παραχθούν φθηνότερα στο εξωτερικό, τότε οι Αμερικανοί έχουν να ωφεληθούν περισσότερο εάν το εισάγουν αντί να το παράγουν εγχωρίως. Ως παράδειγμα, ο κ. Μάνκιου, ανέφερε την περίπτωση των ακτινολόγων ιατρών στις Ινδίες, οι οποίοι μελετούν τις ακτινογραφίες ασθενών στις ΗΠΑ και κάνουν τη διάγνωση, βλέποντάς τις μέσω του Διαδικτύου.

Κατ’ ουσίαν, η πρόταση του κ. Μάνκιου στηρίζετο στον κανόνα του συγκριτικού πλεονεκτήματος, τον οποίο είχε πρωτοαναφέρει πριν από δύο αιώνες ο Ντέιβιντ Ρικάρντο και ο οποίος έκτοτε έχει αποδειχθεί ορθός σε άπειρες περιπτώσεις. Ωστόσο, ο κοινουλευτικός εκπρόσωπος των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Ντένις Χάστερτ, ένωσε τη φωνή του με εκείνες των Δημοκρατικών, οι οποίοι κατηγόρησαν τον κ. Μάνκι ότι εγκρίνει τη μεταφορά θέσεων εργασίας από τις ΗΠΑ στο εξωτερικό. Ενα άλλο στέλεχος του Ρεπουμπλικανικού κόμματος, ζήτησε την παραίτησή του. O Λευκός Οίκος τήρησε μία σχετικώς ουδέτερη στάση απέναντι στον κ. Μάνκι. γεγονός που δεν δημιουργεί εντύπωση καθώς πρόσφατα, ο πρόεδρος Μπους υπέγραψε νόμο που απαγορεύει την ανάθεση υπεργολαβιών στο εξωτερικό για την εκτέλεση συμβολαίων του Δημοσίου. Και οι υποψήφιοι του χρίσματος των Δημοκρατικών για την προεδρία; O κ. Μάνκιου είχε μόλις ανακαλύψει το βασικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας τους…

Αιμορραγία εργασίας

Η διαδικασία ανάδειξης του προεδρικού υποψηφίου των Δημοκρατικών, που έλαβε χώρα την εβδομάδα που πέρασε στο Γουϊσκόνσιν, κυριαρχήθηκε από το θέμα των θέσεων εργασίας και την αποτυχία της κυβέρνησης Μπους να τις προστατεύσει από τη μεταφορά τους στις Ινδίες. O Τύπος και διάφορες οργανώσεις επικεντρώθηκαν επίσης στο ίδιο θέμα. Ολοι στις Ηνωμένες Πολιτείες, μιλούν πλέον για την «αιμορραγία» θέσεων εργασίας, αποδίδοντάς την στις «υπόγειες δυνάμεις» που λειτουργούν στην Κίνα, στις Ινδίες και -φυσικά- στον Λευκό Οίκο. Αξιοπερίεργο είναι όμως το γεγονός, ότι ουδείς αναφέρει ότι ένα σχετικώς μικρό ποσοστό από το σύνολο των θέσεων εργασίας που έχουν απωλεσθεί μεταφέρεται πραγματικά στο εξωτερικό.

Τι συμβαίνει λοιπόν; Τρία θέματα ανακύπτουν.

Αν και η αμερικανική οικονομία παρουσιάζει καθαρές απώλειες θέσεων εργασίας από τις αρχές της δεκαετίας, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των απωλειών είναι «κυκλικής φύσης», δεν είναι δηλαδή διαρθρωτικές. Τώρα που η οικονομία ανακάμπτει μετά την ύφεση του 2001, θα ανακάμψει και η αγορά εργασίας, πιθανότατα εντυπωσιακά μέσα στον επόμενο χρόνο.

Η παραγωγή στο εξωτερικό γίνεται εδώ και αιώνες αλλά ευθύνεται μέχρι και σήμερα για ένα πολύ μικρό ποσοστό των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται και χάνονται στο πλαίσιο της αμερικανικής οικονομίας. Ακόμη και στις καλύτερες εποχές, η αμερικανική οικονομία παρουσιάζει μία τρομακτική εναλλαγή δηλαδή ανανέωση θέσεων εργασίας, με περισσότερες από 2.000.000 θέσεις εργασίας να χάνονται και να δημιουργούνται κάθε μήνα. Συνολικά δε η διαδικασία αυτή δημιουργεί πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας από ό,τι καταστρέφει: 24.000.000 περισσότερες κατά τη δεκαετία του ’90. H διαδικασία αυτή μεταφέρει πόρους -κεφάλαια και εργατικά χέρια- εκεί όπου θα είναι περισσότερο παραγωγικά, με το σύνολο της οικονομίας να ενισχύεται από τον ανταγωνισμό, συμπεριλαμβανομένης δε της μεταφοράς μέρους της παραγωγής στο εξωτερικό, που έχει αποτέλεσμα την πτώση των τιμών. Μακροπρόθεσμα, άλλωστε, η υψηλότερη παραγωγικότητα αποτελεί τη μοναδική πηγή αναβάθμισης του βιοτικού επιπέδου στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε οικονομίας.

Τρίτον, αν και η μεταφορά θέσεων εργασίας στον τομέα παροχής υπηρεσιών παραμένει περιορισμένη, η παγκοσμιοποίηση της τεχνολογίας της πληροφορικής και των υπηρεσιών της θα πρέπει να έχει σημαντικότατη επίδραση στην παραγωγικότητα του κλάδου παροχής υπηρεσιών γενικότερα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 οι αμερικανικές βιομηχανίες κατέστησαν πολύ πιο αποδοτικές υιοθετώντας την τεχνολογία της πληροφορικής. Σήμερα οι τράπεζες, τα νοσοκομεία, τα καταστήματα και πολλές άλλες επιχειρήσεις πιθανόν να πάρουν το ίδιο μάθημα. Κάτι τέτοιο θα έχει θετική επίδραση πολύ πέραν των εταιρειών παροχής υπηρεσιών της πληροφορικής. Αν και ορισμένες από τις εργασίες και δραστηριότητες του εν λόγω κλάδου θα διεκπεραιώνονται στο εξωτερικό, πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν στην αμερικανική επικράτεια και μάλιστα θα είναι και πιο υψηλόμισθες.

«Φυσική» ανεργία

Ας ασχοληθούμε τώρα με το πρόβλημα ότι η δημιουργία θέσεων απασχόλησης δεν είναι ανάλογη της οικονομικής ανάκαμψης που σημειώνεται. Παρά τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας και παρά την επιτάχυνση των ρυθμών ανάκαμψης της οικονομίας από την ύφεση του 2001, οι νέες θέσεις εργασίας δεν ξεπερνούν τις 100.000 το μήνα. Οι Κασσάνδρες μάλιστα τονίζουν ότι από την ημέρα που ο πρόεδρος Μπους ανέλαβε την προεδρία έχουν χαθεί συνολικά 2,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Αν και αυτή η ημέρα αναφέρεται συχνά ως ορόσημο για να γίνονται συγκρίσεις, στην πραγματικότητα δεν λέει τίποτε. Στις αρχές του 2001, είχαν μόλις αρχίσει να γίνονται αισθητές οι επιπτώσεις της επενδυτικής έκρηξης των τελευταίων ετών της προηγούμενης δεκαετίας. H ανεργία, στο 4,2% κυμαίνετο κάτω από το «φυσικό» ποσοστό της και βεβαίως δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί σε αυτό το ποσοστό ενώ ο πληθωρισμός ήταν επίσης σταθεροποιημένος.

Η πλειοψηφία των οικονομολόγων θεωρεί ότι το 5% αντιπροσωπεύει ένα πιο «φυσικό» ποσοστό ανεργίας. Με άλλα λόγια, ίσως τα 2/3 από αυτές τις 2.300.000 θέσεις εργασίας που απωλέσθησαν ήταν θέσεις εργασίας «φούσκες». Δεδομένων μάλιστα των μεγεθών σε ό,τι αφορά τις απώλειες στην απασχόληση σε συνδυασμό με το σοκ που προκάλεσε στην οικονομία η έκρηξη της χρηματιστηριακής φούσκας, τα επιχειρηματικά σκάνδαλα αλλά και οι τρομοκρατικές επιθέσεις, είναι απορίας άξιον ότι η ύφεση ήταν τόσο ήπια. Είναι δε λογικό ότι μια ήπια ύφεση ακολουθείται από μία συγκριτικώς ήπια ανάκαμψη.

Την εβδομάδα που πέρασε ο Λευκός Οίκος ανακάλεσε την εκτίμηση ότι 2,6 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν φέτος στις ΗΠΑ. Υπάρχει, όμως, κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι θα δημιουργηθούν ακόμη περισσότερες. Ας μην ξεχνάμε ότι οι εντυπωσιακοί ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας, οι οποίοι κυμαίνονται στο διπλάσιο του μακροπρόθεσμου μέσου όρου του 2,1%, θα πρέπει κάποια στιγμή να επιβραδυνθούν. Δεδομένων εξάλλου των αυξανόμενων παραγγελιών που λαμβάνουν οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα πρέπει να αρχίσουν να προσλαμβάνουν περισσότερους εργαζόμενους.