ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δουλειές που χάνονται στο εξωτερικό: ο προστατευτισμός δεν απαντά στα νέα αίτια ενός παλιού προβλήματος

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του Προέδρου Μπους Ν. Γκρέγκορι Μάνκιου παρενέβη αποφασιστικά την περασμένη εβδομάδα σε ένα ζήτημα που έχει προκαλέσει μια κλιμακούμενη, συχνά οξεία, πολιτική αντιπαράθεση: τη μετανάστευση θέσεων εργασίας, από χειριστές τηλεφωνικών κέντρων μέχρι προγραμματιστές υπολογιστών, σε χώρες χαμηλότερου κόστους σαν την Κίνα και την Ινδία.

Η μεταφορά θέσεων εργασίας στο εξωτερικό αυξάνεται, αναγνώρισε ο κ. Μάνκιου. Αλλά είπε ότι είναι «απλώς ένας νέος τρόπος να κάνουμε διεθνές εμπόριο» και «καλό πράγμα» που θα καταστήσει την αμερικανική οικονομία αποτελεσματικότερη και θα απελευθερώσει τους Αμερικανούς εργαζομένους να βρουν τελικά καλύτερες δουλειές. Η ιστορία δείχνει ότι ίσως ο κ. Μάνκιου να έχει δίκιο. Η αμερικανική οικονομία προσαρμόσθηκε σε διαταρακτικά κύματα ανταγωνισμού στο παρελθόν. Ωστόσο, πολλοί διευθυντές επιχειρήσεων, αναλυτές και πανεπιστημιακοί -και όχι μόνον αναστατωμένοι Αμερικανοί εργαζόμενοι- λένε ότι η φύση της οικονομικής πρόκλησης φαίνεται ριζικά διαφορετική αυτήν τη φορά.

Φθηνό δυναμικό

Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογία εντείνουν την επίδραση της μεταφοράς θέσεων εργασίας. Επί δεκαετίες, η αμερικανική εξωτερική πολιτική προέτρεπε τις αναπτυσσόμενες και τις κομμουνιστικές χώρες να ενταχθούν στα σοβαρά στην παγκόσμια οικονομία. Τώρα το έκαναν, και τεράστιοι αριθμοί κατηρτισμένων εργαζομένων εντάχθηκαν στο παγκόσμιο εργατικό δυναμικό, σαν από τη μια μέρα στην άλλη. Χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία εκπαιδεύουν μηχανικούς σε μεγάλους αριθμούς. Προσθέστε τη στιγμιαία σχεδόν, φθηνή επικοινωνία που παρέχει το Internet, και ένας Ινδός προγραμματιστής που βγάζει 20.000 δολάρια το χρόνο, ή λιγότερα, μπορεί να υποκαταστήσει έναν Αμερικανό προγραμματιστή που βγάζει 80.000 δολάρια το χρόνο, ή περισσότερα.

«Η δομή του κόσμου έχει αλλάξει», είπε ο Κρεγκ Ρ. Μπάρετ, διευθύνων σύμβουλος της Intel, της εταιρείας της Σίλικον Βάλεϊ που ηγείται διεθνώς στην παραγωγή τσιπ. «Οι ΗΠΑ δεν κρατούν πλέον κλειδωμένες τις θέσεις υψηλής τεχνολογίας για κατηρτισμένους εργαζομένους.»

Μια άλλη διαφορά που παρατηρούν κάποιοι αναλυτές είναι ότι τη δεκαετία του ’80 τα συμφέροντα των Αμερικανών εργαζομένων και των εταιρειών συνδέονταν περισσότερο από σήμερα. Από το 1984 έως το 1986, ο αμερικανός κλάδος των ημιαγωγών έχασε 4 δισ, δολάρια και απέβαλε 50.000 θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ. «Αλλά τώρα πλήττονται οι εργαζόμενοι και όχι οι επιχειρήσεις», έλεγε ο Ρόνιλ Χίρα, καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας του Ρότσεστερ.

Πίεση στους μισθούς

Πέρα από τις δουλειές που μεταφέρονται, η ευρύτερη επίπτωση ίσως να είναι η πίεση στους μισθούς πολλών τεχνικών στις ΗΠΑ, που ζουν ολοένα περισσότερο στη σκιά του ξένου ανταγωνισμού.

Ο Κρις Νιούστραπ, μηχανικός λογισμικού από το Ουόλνατ Κρικ της Καλιφόρνιας, έχει παρακολουθήσει όλα τα ανεβοκατεβάσματα του κύκλου στη Σίλικον Βάλεϊ από το 1969 που αποφοίτησε από το Μπέρκλεϊ. Ελεύθερος προγραμματιστής που συνεχώς ηύξανε τις τεχνικές του γνώσεις, δεν έμενε ποτέ για πολύ χωρίς δουλειά, και τα καλά χρόνια έβγαζε 100.000 δολάρια ή και περισσότερα. Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Υστερα από 25 μήνες ανεργίας, ο κ. Νιούστραπ προσλήφθηκε πριν από δύο εβδομάδες στην Emanio, μιαν ιδιωτική εταιρεία λογισμικού στο Μπέρκλεϊ. Ο μισθός είναι μικρότερος απ’ όσα συνήθιζε να βγάζει, αλλά θεωρεί τον εαυτό του τυχερό σ’ αυτήν την αγορά εργασίας. Η εμπειρία του είναι μέρος της εικόνας που δεν μπορούν να εξηγήσουν οικονομολόγοι και πολιτικοί. Η οικονομία αναπτύσσεται καλά, τα κέρδη των εταιρειών ανεβαίνουν, αλλά η αύξηση των θέσεων εργασίας είναι απογοητευτική, ακόμα και για εργαζομένους με προσόντα. Μερικοί πολιτικοί και υπερασπιστές των εργαζομένων λένε ότι η μεταφορά θέσεων εργασίας στο εξωτερικό είναι προδοσία των Αμερικανών εργαζομένων και υποστηρίζουν νομοσχέδια για να την ανακόψουν.

Ο κ. Νιούστραπ, που ζει την αναταραχή στην αγορά εργασίας της υψηλής τεχνολογίας, έχει μια πιο μετρημένη άποψη. «Είναι σπουδαίο για τις αναπτυσσόμενες χώρες να ανεβαίνουν και να υιοθετούν αυτήν την τεχνολογία», είπε. «Το πρόβλημα για μας στις ΗΠΑ είναι ότι βρισκόμαστε στην κορυφή της σκάλας και συμπιεζόμαστε. Και δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει καλή απάντηση».

Η ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης για τη μετφορά θέσων εργασίας στο εξωτερικό ανεβαίνει. Τα νομοσχέδια πολιτειών ή ομοσπονδιακά για να τεθούν όρια στη μετανάστευση των θέσεων εργασίας πολλαπλασιάζονται. Ο γερουσιαστής Τζον Κέρι, που προηγείται για υποψήφιος πρόεδρος των Δημοκρατικών καταγγέλλει τις εταιρείες που μεταφέρουν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Τον περασμένο Νοέμβριο, η Ιντιάνα αποσύρθηκε από ένα συμβόλαιο 15 εκατομμυρίων δολαρίων με μιαν ινδική εταιρεία παροχής τεχνολογικών υπηρεσιών εξαιτίας αυτών των αντιρρήσεων. Το ερευνητικό Εθνικό Ιδρυμα Αμερικανικής Πολιτικής έχει καταγράψει 30 νομοσχέδια που εκκρεμούν σε 20 πολιτείες για να περιορισθεί η χρήση ξένων εργολάβων από τοπικές κυβερνήσεις.

Ο γερουσιαστής Κέρι εισηγήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο νομοθετική ρύθμιση που απαιτούσε όλοι οι χειριστές τηλεφωνικών κέντρων να γνωστοποιούν πού είναι εγκατεστημένοι. Στη Γερουσία πέρασε πρόσφατα νομοσχέδιο που απαγορεύει τη χρήση εργαζομένων στο εξωτερικό σε ορισμένες κρατικές θέσεις εργασίας. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έχει ψηφισθεί παρόμοιο νομοθέτημα.

Τα βήματα αυτά, προειδοποιούν ορισμένοι οικονομολόγοι, εκφράζουν μιαν εσφαλμένη ροπή προς τον προστατευτισμό που θα ηύξανε το κόστος για τους καταναλωτές, θα καθιστούσε τις αμερικανικές επιχειρήσεις λιγότερο ανταγωνιστικές και θα διακινδύνευε περισσότερους εμπορικούς πολέμους. «Αυτή η αγωνία για την εξαγωγή θέσεων εργασίας δεν είναι κακό πράγμα, εφόσον μας αναγκάζει να κάνουμε τις σωστές επιλογές», είπε ο Τζάγκντις Ν. Μπαγκβάτι, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. «Πρέπει να προχωρήσουμε και να αναβαθμίσουμε τις ικανότητές μας. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Και η Αμερική, ως η πιο καινοτόμα πιθανώς κοινωνία στον κόσμο, τα καταφέρνει καλά».

Η διαδικασία αυτή έχει ξεκινήσει, καθώς επιχειρήσεις και άνθρωποι ενισχύουν τις ικανότητές τους. Το αποτέλεσμα είναι νέες προσλήψεις, ενώ άλλες θέσεις εργασίας φεύγουν έξω. Η Intel πρόσθεσε 1.000 μηχανικούς λογισμικού στην Κίνα και στην Ινδία τα δύο τελευταία χρόνια, αλλά πρόσθεσε ακόμα περισσότερους στις ΗΠΑ.

Η IBM, η μεγαλύτερη εταιρεία υπολογιστών στον κόσμο, κάνει επίσης και τα δύο. Σχεδιάζει να μεταφέρει 3.000 θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, πολλές από τις οποίες είναι εξειδικευμένες όπως προγραμματιστές. Αλλά προτίθεται επίσης να προσθέσει 4.500 υπαλλήλους στις ΗΠΑ φέτος, όπου περιλαμβάνονται προγραμματιστές και σχεδιαστές λογισμικού με ειδικά προσόντα.

Ζητούνται άνθρωποι που γνωρίζουν καλά την τεχνολογία και πώς η τεχνολογία μπορεί να εφαρμοσθεί για τη λύση προβλημάτων σε συγκεκριμένους τομείς της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της επιστήμης.

Υστερα από δύο χρόνια ελαφράς υποχώρησης, ο αριθμός ειδικών στην ανάπτυξη λογισμικού αυξήθηκε πέρυσι στις ΗΠΑ σε 2,35 εκατομμύρια, σύμφωνα με την ερευνητική εταιρεία IDC. Η Αμερική έχει σήμερα υπερτετραπλάσιους τέτοιους ειδικούς από την Ινδία και σχεδόν επταπλάσιους από την Κίνα. Αλλά ο πρόσφατος ρυθμός ανάπτυξης, και ο προβλεπόμενος, είναι πολύ υψηλότερος στις καλά εκπαιδευμένες αναπτυσσόμενες αυτές χώρες. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προσθέτουν θέσεις υψηλών προσόντων, αλλά άλλες χάνονται.

Προσφυγές

Η συντήρηση και η αναβάθμιση παλαιότερου λογισμικού σε σκληρούς υπολογιστές είναι το είδος της δουλειάς που κινδυνεύει από τη μεταφορά στο εξωτερικό. Ο Τζέιμς Φούσκο, προγραμματιστής από το Νιου Τζέρσεϊ, εργάσθηκε στην AT&T για 13 χρόνια. Το 1999 η εταιρεία, για να μειώσει το κόστος, πέρασε μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων του κέντρου στοιχείων της στη μονάδα παγκοσμίων υπηρεσιών της ΙΒΜ. Ο κ. Φούσκο και οι συνάδελφοί του πήγαιναν στα ίδια γραφεία στο Νιου Τζέρσεϊ, αλλά ξαφνικά ήσαν υπάλληλοι της ΙΒΜ. Η δουλειά τους, βελτίωση και αναβάθμιση λογιστικών εφαρμογών και μάρκετινγκ ήταν η ίδια, αλλά οι παραγγελίες, η μία μετά την άλλην, μεταβιβάζονταν σε προγραμματιστές στην Ινδία και στον Καναδά. Το Μάιο του 2002 ο κ. Φούσκο και πολλοί συνάδελφοί του απολύθηκαν, θύματα της εξαγωγής θέσεων εργασίας. «Δεν μας αντιμετώπισαν σαν αληθινούς υπαλλήλους της ΙΒΜ», είπε ο κ. Φούσκο. Δεν δοκίμασαν να μας μετεκπαιδεύσουν για να μας βοηθήσουν να βρούμε άλλες δουλειές».

Ο κ. Φούσκο είναι ένας από τους προφεύγοντες σε μια συλλογική αγωγή κατά του υπουργείου Εργασίας με την επιδίωξη να επεκταθεί το κρατικό πρόγραμμα βοήθειας για την επαγγελματική προσαρμογή, σε ισχύ από τη δεκαετία του ’60 με τελευταία τροποποίηση το 2002, στους προγραμματιστές λογισμικού. Το υπουργείο είπε στους προσφεύγοντες ότι, επειδή το λογισμικό δεν είναι απτό «πράγμα», δεν δικαιούνται οικονομική ενίσχυση και μετεκπαίδευση για δουλειές που χάθηκαν στον ξένο ανταγωνισμό, όπως οι βιομηχανικοί εργάτες. Στο Κογκρέσο έχουν ξεκινήσει προσπάθειες να αλλάξει ο νόμος.

Συντομευμένη απόδοση άρθρου που δημοσιεύθηκε στους New York Times στις 15.2.2004.