ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εκτροπή της προστασίας που χρειάζονται οι ασθενέστεροι, υπέρ των ισχυροτέρων

Πλήθος ιατρών ακροάζονται το Εργατικό μας Δίκαιο. Ορισμένοι, κατ’ επάγγελμα νομικοί, μελέτησαν, υπό την καθοδήγηση του κ. ντε Βιρβίλ, τον εργατικό κώδικα και τον βρήκαν δυσπρόσιτο και δυσανάγνωστο. Και ζητούν στην έκθεσή τους «έναν αποτελεσματικό εργατικό κώδικα».

Αλλοι, σοφοί οικονομολόγοι, γεμάτοι εργαλειακό ορθολογισμό, μας λένε ότι φέρνουν στο φως τον αβλαβή και κάποτε διεστραμμένο χαρακτήρα του Εργατικού Δικαίου ως προς αυτό στο οποίο υποτίθεται ότι συμβάλλει, στην ανάπτυξη της απασχόλησης. Και προτείνουν μιαν επιτέλους… αποτελεσματική νομοθεσία, με τη μορφή φορολογίας.

Η αφετηριακή οπτική των μεν και των δε διέφερε. Το συμπέρασμά τους είναι το ίδιο: είναι καιρός να αποκτήσουμε ένα αποτελεσματικό Εργατικό Δίκαιο. Τι κρύβει όμως αυτή η κοινή και γοητευτική φιλοδοξία;

Ας πάρουμε το έργο της επιτροπής που διηύθυνε ο κ. ντε Βιρβίλ: πενήντα προτάσεις μεγάλης ποικιλίας. Αν ακολουθούνταν, θα καθιστούσαν τον κώδικα πιο ευανάγνωστο; Τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο. Τουλάχιστον όμως, θα πει κανείς, η ποικιλία δείχνει την πραγματιστική προσέγγιση της επιτροπής: όχι μια κατευθυντήρια γραμμή, αλλά τη φροντίδα να λυθούν πρακτικά προβλήματα που είναι ποικίλα.

Πρόσχημα η απλούστευση

Ε, λοιπόν όχι! Το άψυχο έργο έχει ψυχή, διότι ανάμεσα στις περισσότερες προτάσεις υπάρχει σύνδεση. Ας αναφέρουμε ορισμένες. Η έκθεση συνιστά, για παράδειγμα, η καταγγελία μιας συλλογικής σύμβασης ή των διατάξεών της να περιορίζεται εφεξής σε σύντομες προθεσμίες, οι συλλογικές συμβάσεις να έχουν ασυλία απέναντι σε νομοθετικές αλλαγές, οι κανόνες που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των δικαστών -η νομολογία- να μην έχουν πλέον (πάντοτε) αναδρομικότητα, ο εργοδότης να μπορεί να προσαρμόζει τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής της επιχείρησης για να αποφεύγει τη διάπραξη παραβάσεων, οι εργαζόμενοι που διατίθενται από μιαν εξωτερική επιχείρηση να μη μετέχουν στις εκλογές εντός της επιχείρησης, οι ποινικές παραβάσεις να αποσαφηνισθούν, να χαραχθεί ένα αυστηρό όριο ανάμεσα στους μισθωτούς και στους αυταπασχολουμένους… Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Αλλά ας σταθούμε εδώ.

Η ενότητα αυτών των προτάσεων δεν προκύπτει από την απλούστευση του δικαίου που αναγγέλλουν μεγαλοφώνως; Ευτυχή είναι, οπωσδήποτε, τα απλά κείμενα. Αλλά είναι απλά λόγω της συντομίας τους; Της κατανοητότητάς τους; Της μη εκλέπτυνσής τους;

Στον καθένα η δική του απλότητα, όπως δείχνει η τελευταία πρόταση που προαναφέρθηκε. Ιδού επί λέξει: «Η υιοθέτηση από το νόμο των κριτηρίων που θέτει η νομολογία για να χαρακτηρίσει τους μισθωτούς γίνεται με τρόπο που να σταθεροποιεί το όριο μεταξύ μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων.» Δύσκολα θα φανταζόταν κανείς ότι το απόσπασμα αυτό απλουστεύει οτιδήποτε, όπως και δύσκολα θα πίστευε ότι η συνθετότητα των καταστάσεων της εργασίας θα σταματήσει αυτόματα την ημέρα που ο κώδικας θα έχει ενσωματώσει ένα πρόσθετο ορισμό.

Οχι, άλλη είναι η ενότητα της έκθεσης. Εχει ένα απλό όνομα: ασφάλεια. Η ασφάλεια είναι το νήμα που επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την αργή και δύσκολη οικοδόμηση του Εργατικού Δικαίου. Και σήμερα έχει διάφορες εκδοχές, την ασφάλεια της εργασίας, την ασφάλεια των εισοδημάτων, την ασφάλεια της απασχόλησης, που όλες αντιστοιχούν σε θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου.

Η επιτροπή ντε Βιρβίλ μάς προτείνει, λοιπόν, ένα νέο στάδιο στην ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη; Θα ήταν έτσι αν η ασφάλεια που την απασχολεί ήταν η ασφάλεια των εργαζομένων, αλλά, ας το πούμε καθαρά, η έκθεση δεν νοιάζεται γι’ αυτήν. Αυτό που μετράει είναι η ασφάλεια των εργοδοτών.

Εργασιακή βεβαιότητα

Αρκεί να ξαναδιαβάσουμε τις προτάσεις: Πίσω από τον περιορισμό του δικαιώματος κριτικής στις συλλογικές συμβάσεις, τον περιορισμό των επιπτώσεων στους κανόνες από μιαν αλλαγή, προερχόμενη από δικαστές ή από το νόμο, την εξουσία που παραχωρείται στους διευθύνοντες να προσαρμόζουν τους κανόνες για να αποφεύγουν ποινικές διώξεις… δεν υπάρχει παρά μία απαίτηση: να δοθεί στους διευθύνοντες η μεγαλύτερη δυνατή βεβαιότητα ότι οι πρωτοβουλίες και οι αποφάσεις τους δεν θα παρακωλύονται και ότι οι κανόνες στους οποίους στηρίζονται δεν θα αλλάζουν διόλου.

Ηρθε, λοιπόν, ο καιρός να επιστραφεί στους επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτό που ποτέ δεν έπρεπε να είχαν χάσει: η διαβεβαίωση ότι οι υπολογισμοί τους δεν θα αναιρούνται από ταραξίες, εργαζοοομένους ή τους εκπροσώπους τους. Οι αγορές ήδη είναι ιδιότροπες, οι προβλέψεις γεμάτες αβεβαιότητες. Ας είναι τουλάχιστον εγγυημένη η ασφάλειά τους στον τομέα των εργασιακών σχέσεων.

Περιορισμός των δικαστών

Οι αγαπητοί μας οικονομολόγοι, τους οποίους καταστενοχωρεί η έλλειψη πραγματικής προαγωγής της απασχόλησης, δεν λένε κάτι διαφορετικό. Διότι αφού καταδικάσουν φύρδην μίγδην τις… μεγάλες καθυστερήσεις, τους… αναποτελεσματικούς και άδικους ελέγχους, συνιστούν, με παραλλαγές, την καθιέρωση ενός φόρου στις απολύσεις. Αλλά εφόσον ο φόρος πληρωθεί, θα πρέπει, κατά την άποψή τους, να είναι δεδομένο ότι οι δικαστές «δεν θα έχουν το δικαίωμα να ξαναθέσουν υπό αμφισβήτηση αυτήν την απόφαση». Με άλλα λόγια, το άμεσο κόστος των απολύσεων μπορεί να αυξηθεί, αλλά, σε αντιστάθμισμα, ο νόμος θα πρέπει να διαφυλάσσει την επιλογή των επιχειρήσεων. Η αμφισβήτηση θα πρέπει να συγκρατηθεί και η ασφάλεια των αποφάσεων να εξασφαλισθεί.

Στο Εργατικό μας Δίκαιο, οι εργοδότες διαθέτουν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το προνόμιο του προηγούμενου, το προνόμιο της εκτελεστής απόφασης. Σε τι συνίσταται αυτό το προνόμιο; Η πρωτοβουλία ανήκει στους διευθύνοντες, πάντοτε ή σχεδόν. Και οι μισθωτοί πρέπει κατ’ αρχάς να υποταγούν σ’ αυτήν.

Αν θέλουν να ασκήσουν κριτική στην πρωτοβουλία, έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν σε ένα δικαστή ο οποίος, μέσα στα όρια που έχουν τεθεί από το νόμο, μπορεί να αμφισβητήσει την εργοδοτική απόφαση. Αυτή όμως διατηρεί την ισχύ της, όσο ο δικαστής δεν τής την αφαιρεί. Αλλωστε, σπάνια με την κρίση του μπορεί να αναιρέσει τα αποτελέσματα της απόφασης: συνήθως περιορίζεται σε επανορθώσεις. Το πρόγραμμα που μας εκθέτουν, στο όνομα της αποτελεσματικότητας, προτείνει προπάντων να περιορισθεί η παρέμβαση του δικαστή μέχρι μάλιστα το σημείο, αν γίνεται, του να απαγορευθεί. Δεν αρκεί να έχουν οι διευθύνοντες το προνόμιο της εκτελεστής απόφασης, το προνόμιο πρέπει να μετατραπεί σε ασυλία. Στο όνομα της ασφάλειας.

Στη ριζοσπαστικότητά του, από το πρόγραμμα αυτό δεν λείπει η αφέλεια, διότι τη χρειάζεται για να πιστέψει ότι οι αμφισβητήσεις και οι κριτικές μπορούν να συγκρατηθούν με τη συγγραφή ενός κώδικα ή την καθιέρωση ενός φόρου.

Αλλά η αφέλεια αποκτά επιτηδειότητα όταν χρησιμεύει για να εκτραπεί υπέρ των ισχυροτέρων η ασφάλεια την οποία έχουν ανάγκη οι ασθενέστεροι.

Και, σε κάθε περίπτωση, το πρόγραμμα αυτό λέει πολλά για τη μερίδα των ηγεσιών μας που συμβάλλει στην κατάρτισή του. Δεν αγαπάει τις συγκρούσεις. Φαντάζεται ότι είναι εφικτή μια μοναδική αξιολόγηση που θα πηγάζει από τους κρατούντες την εξουσία και εκείνους που τους υπηρετούν. Δεν εμπιστεύεται τους δικαστές.

Δημοσιεύθηκε στη Le Monde στις 13.2.2004.